περπατώ  Verb  [perpato, perpatw]

Ähnliche Bedeutung wie περπατώ


Beispielsätze περπατώ

... Το έργο «Γυναίκα που περπατά σε κήπο» είναι ελαιογραφία του 1887 του Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ βαν Γκογκ. Όπως μαρτυρά ο τίτλος, ο πίνακας παρουσιάζει ...

... Οι Γιουρούκοι, τουρκ. Yörük από το yürü= περπατώ, χαρακτηρίζονταν κυρίως ως νομαδικός τουρκικός λαός της Μικράς Ασίας, στον οποίο ανήκουν οι Κιζιλπάσηδες ...

... σχηματίζουν το κατώτερο τμήμα του ορατού άκρου. Τα ζώα αυτά μπορούν να περπατούν με μεγάλη ακρίβεια, επειδή, όπως όλα τα αιλουροειδή, μπορούν να τοποθετούν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze laufen

... Ich bin so müde, dass ich kaum laufen kann. ...

... Die beiden Straßen laufen parallel zu einander. ...

... Derzeit laufen fünfzig der Maschinen. ...

Quelle: tinacalysto, lilygilder, lilygilder

Grammatik


ΠΕΡΠΑΤΩ
I walk
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περπατάω, περπατώπερπατάμε, περπατούμε
περπατάςπερπατάτε
περπατάει, περπατάπερπατάν(ε), περπατούν(ε)
Imper
fekt
περπατούσα, περπάταγαπερπατούσαμε, περπατάγαμε
περπατούσες, περπάταγεςπερπατούσατε, περπατάγατε
περπατούσε, περπάταγεπερπατούσαν(ε), περπάταγαν, περπατάγανε
Aoristπερπάτησαπερπατήσαμε
περπάτησεςπερπατήσατε
περπάτησεπερπάτησαν, περπατήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω περπατήσειέχουμε περπατήσει
έχεις περπατήσειέχετε περπατήσει
έχει περπατήσειέχουν περπατήσει
Plu
perf
ekt
είχα περπατήσειείχαμε περπατήσει
είχες περπατήσειείχατε περπατήσει
είχε περπατήσειείχαν περπατήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περπατάω, θα περπατώθα περπατάμε, θα περπατούμε
θα περπατάςθα περπατάτε
θα περπατάει, θα περπατάθα περπατάν(ε), θα περπατούν(ε)
Fut
ur
θα περπατήσωθα περπατήσουμε, θα περπατήσομε
θα περπατήσειςθα περπατήσετε
θα περπατήσειθα περπατήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περπατήσειθα έχουμε περπατήσει
θα έχεις περπατήσειθα έχετε περπατήσει
θα έχει περπατήσειθα έχουν περπατήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περπατάω, να περπατώνα περπατάμε, να περπατούμε
να περπατάςνα περπατάτε
να περπατάει, να περπατάνα περπατάν(ε), να περπατούν(ε)
Aoristνα περπατήσωνα περπατήσουμε, να περπατήσομε
να περπατήσειςνα περπατήσετε
να περπατήσεινα περπατήσουν(ε)
Perfνα έχω περπατήσεινα έχουμε περπατήσει
να έχεις περπατήσεινα έχετε περπατήσει
να έχει περπατήσεινα έχουν περπατήσει
Imper
ativ
Presπερπάτα, περπάταγεπερπατάτε
Aoristπερπάτησε, περπάταπερπατήστε
Part
izip
Presπερπατώντας
Perfέχοντας περπατήσει
InfinAoristπερπατήσει




Griechische Definition zu περπατώ

περπατώ [perpató] & -άω, -ιέμαι : 1. κάνω βήματα, κινούμαι, προχωρώ με τα πόδια σε κανονικό ρυθμό· βαδίζω: Tο μωρό μας άρχισε να περπατά. Έσπασε το πόδι του και δεν μπορεί να περπατήσει. περπατώ γρήγορα / αργά. περπατώ σαν μεθυσμένος. Περπατάει σαν χελώνα, αργά. Περπατάει σαν κάβουρας, λοξά, πλάγια. Περπατάει σαν πέρδικα, καμαρωτά. Περπατάει σαν πάπια, αργά και λικνιστά. || περπατώ στα τέσσερα, μπουσουλώ. (έκφρ.) περπατώ στα δάχτυλα*. || Mε περπατάει κτ., για έντομο που περπατάει πάνω στο σώμα μας. || (επέκτ., οικ.) για μεταφορικό μέσο: Tο ΄χεις τόσα χρόνια το αυτοκίνητο και περπατάει ακόμη; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu περπατώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15