περιποιούμαι  Verb  [peripiume, peripoioymai]

Ähnliche Bedeutung wie περιποιούμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze περιποιούμαι

... τραυματίστηκε σοβαρά, η Αθηνά υπέδειξε στον Περικλή ένα περδικάκι για να περιποιηθεί τον εργάτη. Πράγματι, ο Περικλής γιάτρεψε τις πληγές βάζοντας πάνω τους ...

... είχε μέχρι τότε ο Ιταλός Πίνο Αμάτο. Ειδικότερα, κούρεψε, χτένισε και περιποιήθηκε, νυχθημερόν και χωρίς διακοπή 274 πελάτες σε διάστημα 97 ωρών και 15 ...

... Οινόης. Πιθανότερη ετυμολογία του ονόματος φέρεται εκ της ρίζας Πα = περιποιούμαι, φυλάσσω και εξ αυτού πάομαι και λατινικό pasco = βόσκω. Ο Μαξ Μύλλερ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bemuttern

... Frank Graf: Parentifizierung. Die Last, als Kind die eigenen Eltern zu bemuttern. In: Sabine Walper, Reinhard Pekrun: Familie und Entwicklung. Aktuelle ...

... Deutschland“. Er erklärte dazu: Man dürfe die Demonstranten nicht nur „bemuttern“, sondern müsse sie an ihre humanitären Pflichten erinnern, mit Fakten ...

... Wähler hat, ist geradezu unanständig.“ „Die Frauen wollen ihn entweder bemuttern oder heiraten.“ Ihm wurden zahlreiche außereheliche Affären nachgesagt ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΕΡΙΠΟΙΟΥΜΑΙ
I look after
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περιποιούμαιπεριποιούμαστε, περιποιόμαστε
περιποιείσαιπεριποιείστε, περιποιόσαστε
περιποιείταιπεριποιούνται
Imper
fekt
περιποόμουν(α)περιποιόμαστε, περιποιόμασταν
περιποιόσουν(α)περιποιόσαστε, περιποιόσασταν
περιποιόταν(ε)περιποιόνταν(ε), περιποιούνταν, περιποιόντουσαν
Aoristπεριποιήθηκαπεριποιηθήκαμε
περιποιήθηκεςπεριποιηθήκατε
περιποιήθηκεπεριποιήθηκαν, περιποιηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω περιποιηθείέχουμε περιποιηθεί
έχεις περιποιηθείέχετε περιποιηθεί
έχει περιποιηθείέχουν περιποιηθεί
Plu
perf
ekt
είχα περιποιηθείείχαμε περιποιηθεί
είχες περιποιηθείείχατε περιποιηθεί
είχε περιποιηθείείχαν περιποιηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περιποιούμαιθα περιποιόμαστε, θα περιποιούμαστε
θα περιποιείσαιθα περιποιείστε, θα περιποιειόσαστε
θα περιποιείταιθα περιποιούνται
Fut
ur
θα περιποιηθώθα περιποιηθούμε
θα περιποιηθείςθα περιποιηθείτε
θα περιποιηθείθα περιποιηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περιποιηθείθα έχουμε περιποιηθεί
θα έχεις περιποιηθείθα έχετε περιποιηθεί
θα έχει περιποιηθείθα έχουν περιποιηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περιποιούμαινα περιποιόμαστε, να περιποιούμαστε
να περιποιείσαινα περιποιείστε, να περιποιόσαστε
να περιποιείταινα περιποιούνται
Aoristνα περιποιηθώνα περιποιηθούμε
να περιποιηθείςνα περιποιηθείτε
να περιποιηθείνα περιποιηθούν(ε)
Perfνα έχω περιποιηθείνα έχουμε περιποιηθεί
να έχεις περιποιηθείνα έχετε περιποιηθεί
να έχει περιποιηθείνα έχουν περιποιηθεί
Imper
ativ
Presπεριποιείστε
Aoristπεριποιήσουπεριποιηθείτε
Part
izip
Presπεριποιούμενος
Perfπεριποιημένος, -η, -οπεριποιημένοι, -ες, -α
InfinAoristπεριποιηθεί












Griechische Definition zu περιποιούμαι

περιποιούμαι [peripiúme] .9β : 1α. προσφέρω σε κπ. (πρόθυμα και αυτοπροσώπως) υπηρεσία, εξυπηρέτηση, βοήθεια κτλ., τον φροντίζω κάνοντας ό,τι είναι γι΄ αυτόν καλό (χρήσιμο, αναγκαίο, ευχάριστο κτλ.): περιποιούμαι ασθενή. περιποιούμαι τραυματία· (πρβ. περιθάλπω). περιποιούμαι τους πελάτες. περιποιούμαι ένα φιλοξενούμενό μου. β. κάνω σε κτ. ό,τι απαιτείται για τη βελτίωση της κατάστασής του και κυρίως της εξωτερικής του εμφάνισης: περιποιούμαι τον κήπο. περιποιούμαι τα λουλούδια. περιποιούμαι ένα χώρο, ευπρεπίζω, συγυρίζω κτλ. περιποιούμαι την εμφάνισή μου / τα μαλλιά μου. || Περιποιημένη εμφάνιση. Περιποιημένα ρούχα. Περιποιημένα μαλλιά. Kυκλοφορεί πάντοτε περιποιημένη. ANT απεριποίητος. γ. περιποιούμαι τον εαυτό μου, φροντίζω, ευπρεπίζω την εμφάνισή μου: Περιποιήσου λίγο· μη βγαίνεις έτσι έξω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu περιποιούμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15