πεισματώνω  (pismatono, peismatwnw)  


Beispielsätze reizen

Gute Menschen reizen die Geduld, böse die Phantasie.

Geräusche reizen mich oft sehr, selbst wenn sie die meisten anderen Menschen nicht zu stören scheinen.

Es ist schlimmer, ein Weib zu reizen als einen bissigen Hund.

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der, Esperantostern


Anzeige

Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
πεισματώσει
μετοχή (ενεστώτας)
πεισματώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πεισματώνω πεισματώνεις πεισματώνει πεισματώνο(υ)με πεισματώνετε πεισματώνουν(ε)
παρατατικός πεισμάτωνα πεισμάτωνες πεισμάτωνε πεισματώναμε πεισματώνατε πεισμάτωναν, πεισματώναν(ε)
αόριστος πεισμάτωσα πεισμάτωσες πεισμάτωσε πεισματώσαμε πεισματώσατε πεισμάτωσαν, πεισματώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα πεισματώνω θα πεισματώνεις θα πεισματώνει θα πεισματώνο(υ)με θα πεισματώνετε θα πεισματώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα πεισματώσω θα πεισματώσεις θα πεισματώσει θα πεισματώσο(υ)με θα πεισματώσετε θα πεισματώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω πεισματώσει έχεις πεισματώσει έχει πεισματώσει έχο(υ)με πεισματώσει έχετε πεισματώσει έχουν(ε) πεισματώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα πεισματώσει είχες πεισματώσει είχε πεισματώσει είχαμε πεισματώσει είχατε πεισματώσει είχαν(ε) πεισματώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω πεισματώσει θα έχεις πεισματώσει θα έχει πεισματώσει θα έχο(υ)με πεισματώσει θα έχετε πεισματώσει θα έχουν(ε) πεισματώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να πεισματώνω να πεισματώνεις να πεισματώνει να πεισματώνο(υ)με να πεισματώνετε να πεισματώνουν(ε)
αόριστος να πεισματώσω να πεισματώσεις να πεισματώσει να πεισματώσο(υ)με να πεισματώσετε να πεισματώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω πεισματώσει να έχεις πεισματώσει να έχει πεισματώσει να έχο(υ)με πεισματώσει να έχετε πεισματώσει να έχουν(ε) πεισματώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πεισμάτωνε πεισματώνετε
αόριστος πεισμάτωσε πεισματώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος

Weiterführende Links

Griechische Definition von πεισματώνωπεισματώνω

Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15