παντρεύω  Verb  [pantrevo, pantreyw]

Ähnliche Bedeutung wie παντρεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παντρεύω

... Το Ο Μικές παντρεύεται είναι ελληνική κωμική ταινία του 1968 παραγωγής Φίνος Φιλμς σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη. Ο Μικές, ένας χαζούλης νεαρός που ...

... κοπέλες της ανώτερης τάξης παντρεύονταν πολύ νέες, υπάρχουν αποδείξεις πως οι γυναίκες των κατώτερων τάξεων παντρεύονταν προς το τέλος της εφηβείας ή ...

... μέρος της και την ίδια χρονιά υπογράφει συμβόλαιο με τη Warner. Το 1932 παντρεύεται επίσης τον αγαπημένο της Χάρμον Όσκαρ Νέλσον. Η Warner φημιζόταν για ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze heiraten

... Unsicher, welchen Freier sie heiraten wollte, schwankte die Prinzessin und nannte einmal den einen, einmal den anderen. ...

... Willst du, dass wir erst heiraten oder erst ein Kind machen? ...

... Sie sagen, dass sie bald heiraten wird. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Wolf

Grammatik


ΠΑΝΤΡΕΥΩ
I marry
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παντρεύωπαντρεύουμε, παντρεύομεπαντρεύομαιπαντρευόμαστε
παντρεύειςπαντρεύετεπαντρεύεσαιπαντρεύεστε, παντρευόσαστε
παντρεύειπαντρεύουν(ε)παντρεύεταιπαντρεύονται
Imper
fekt
πάντρευαπαντρεύαμεπαντρευόμουν(α)παντρευόμαστε, παντρευόμασταν
πάντρευεςπαντρεύατεπαντρευόσουν(α)παντρευόσαστε, παντρευόσασταν
πάντρευεπάντρευαν, παντρεύαν(ε)παντρευόταν(ε)παντρεύονταν, παντρευόντανε, παντρευόντουσαν
Aoristπάντρεψαπαντρέψαμεπαντρεύτηκαπαντρευτήκαμε
πάντρεψεςπαντρέψατεπαντρεύτηκεςπαντρευτήκατε
πάντρεψεπάντρεψαν, παντρέψαν(ε)παντρεύτηκεπαντρεύτηκαν, παντρευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω παντρέψει
έχω παντρεμένο
έχουμε παντρέψει
έχουμε παντρεμένο
έχω παντρευτεί
είμαι παντρεμένος, -η
έχουμε παντρευτεί
είμαστε παντρεμένοι, -ες
έχεις παντρέψει
έχεις παντρεμένο
έχετε παντρέψει
έχετε παντρεμένο
έχεις παντρευτεί
είσαι παντρεμένος, -η
έχετε παντρευτεί
είστε παντρεμένοι, -ες
έχει παντρέψει
έχει παντρεμένο
έχουν παντρέψει
έχουν παντρεμένο
έχει παντρευτεί
είναι παντρεμένος, -η, -ο
έχουν παντρευτεί
είναι παντρεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα παντρέψει
είχα παντρεμένο
είχαμε παντρέψει
είχαμε παντρεμένο
είχα παντρευτεί
ήμουν παντρεμένος, -η
είχαμε παντρευτεί
ήμαστε παντρεμένοι, -ες
είχες παντρέψει
είχες παντρεμένο
είχατε παντρέψει
είχατε παντρεμένο
είχες παντρευτεί
ήσουν παντρεμένος, -η
είχατε παντρευτεί
ήσαστε παντρεμένοι, -ες
είχε παντρέψει
είχε παντρεμένο
είχαν παντρέψει
είχαν παντρεμένο
είχε παντρευτεί
ήταν παντρεμένος, -η, -ο
είχαν παντρευτεί
ήταν παντρεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παντρεύωθα παντρεύουμε, θα παντρεύομεθα παντρεύομαιθα παντρευόμαστε
θα παντρεύειςθα παντρεύετεθα παντρεύεσαιθα παντρεύεστε, θα παντρευόσαστε
θα παντρεύειθα παντρεύουν(ε)θα παντρεύεταιθα παντρεύονται
Fut
ur
θα παντρέψωθα παντρέψουμε, θα παντρέψομεθα παντρευτώθα παντρευτούμε
θα παντρέψειςθα παντρέψετεθα παντρευτείςθα παντρευτείτε
θα παντρέψειθα παντρέψουν(ε)θα παντρευτείθα παντρευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παντρέψει
θα έχω παντρεμένο
θα έχουμε παντρέψει
θα έχουμε παντρεμένο
θα έχω παντρευτεί
θα είμαι παντρεμένος, -η
θα έχουμε παντρευτεί
θα είμαστε παντρεμένοι, -ες
θα έχεις παντρέψει
θα έχεις παντρεμένο
θα έχετε παντρέψει
θα έχετε παντρεμένο
θα έχεις παντρευτεί
θα είσαι παντρεμένος, -η
θα έχετε παντρευτεί
θα είστε παντρεμένοι, -ες
θα έχει παντρέψει
θα έχει παντρεμένο
θα έχουν παντρέψει
θα έχουν παντρεμένο
θα έχει παντρευτεί
θα είναι παντρεμένος, -η, -ο
θα έχουν παντρευτεί
θα είναι παντρεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παντρεύωνα παντρεύουμε, να παντρεύομενα παντρεύομαινα παντρευόμαστε
να παντρεύειςνα παντρεύετενα παντρεύεσαινα παντρεύεστε, να παντρευόσαστε
να παντρεύεινα παντρεύουν(ε)να παντρεύεταινα παντρεύονται
Aoristνα παντρέψωνα παντρέψουμε, να παντρέψομενα παντρευτώνα παντρευτούμε
να παντρέψειςνα παντρέψετενα παντρευτείςνα παντρευτείτε
να παντρέψεινα παντρέψουν(ε)να παντρευτείνα παντρευτούν(ε)
Perfνα έχω παντρέψει
να έχω παντρεμένο
να έχουμε παντρέψει
να έχουμε παντρεμένο
να έχω παντρευτεί
να είμαι παντρεμένος, -η
να έχουμε παντρευτεί
να είμαστε παντρεμένοι, -ες
να έχεις παντρέψει
να έχεις παντρεμένο
να έχετε παντρέψει
να έχετε παντρεμένο
να έχεις παντρευτεί
να είσαι παντρεμένος, -η
να έχετε παντρευτεί
να είστε παντρεμένοι, -ες
να έχει παντρέψει
να έχει παντρεμένο
να έχουν παντρέψει
να έχουν παντρεμένο
να έχει παντρευτεί
να είναι παντρεμένος, -η, -ο
να έχουν παντρευτεί
να είναι παντρεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπάντρευεπαντρεύετεπαντρεύεστε
Aoristπάντρεψεπαντρέψτε, παντρεύτεπαντρέψουπαντρευτείτε
Part
izip
Presπαντρεύοντας
Perfέχοντας παντρέψει, έχοντας παντρεμένοπαντρεμένος, -η, -οπαντρεμένοι, -ες, -α
InfinAoristπαντρέψειπαντρευτεί





Person Wortform
Präsens ich traue
du traust
er, sie, es traut
Präteritum ich traute
Konjunktiv II ich traute
Imperativ Singular trau!
traue!
Plural traut!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
getraut haben
Alle weiteren Formen: Flexion:trauen




Griechische Definition zu παντρεύω

παντρεύω [pandrévo] -ομαι : 1. φροντίζω (μεσολαβώντας, ή προσφέροντας υπηρεσίες ή μέσα) να συνάψει κάποιος ή κάποια νόμιμο γάμο: Έχει να παντρέψει δύο κόρες. Πάντρεψε την κόρη του με τον υπάλληλό του. || (για τον ιερέα): Tους πάντρεψε ο παπάς της ενορίας τους. || (για τον κουμπάρο): Ποιος θα τους παντρέψει; Θες να μας παντρέψεις;, να γίνεις κουμπάρος μας; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παντρεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15