οφείλω  Verb  [ofilo, ofeilw]

Ähnliche Bedeutung wie οφείλω


Beispielsätze οφείλω

... Όλα όσα ξέρω για την ηθική τα οφείλω στο ποδόσφαιρο. ...

... δημόσιες ομιλίες τους. Οι γονείς μου είχαν ενθουσιαστεί μαζί του. Το παράκαναν όμως και έτσι τον κακόμαθαν. Όταν έχασα τον πατέρα μου βρήκα, οφείλω να ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze müssen

... Wir müssen lernen, als Brüder zusammen zu leben, oder wir werden als Narren zusammen untergehen. ...

... Mathematiker sind Dichter, nur müssen sie das, was ihre Fantasie schafft, auch beweisen. ...

... Die Ankläger bei Gericht müssen ihre Klagen erhärten, um einen Verdächtigen als schuldig zu beweisen. ...

Quelle: ludoviko, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΟΦΕΙΛΩ
I owe
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
οφείλωοφείλουμε, οφείλομε
οφείλειςοφείλετε
οφείλειοφείλουν(ε)
Imper
fekt
όφειλαοφείλαμε
όφειλεςοφείλατε
όφειλεόφειλαν, οφείλαν(ε)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα οφείλωθα οφείλουμε, θα οφείλομε
θα οφείλειςθα οφείλετε
θα οφείλειθα οφείλουν(ε)
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να οφείλωνα οφείλουμε, να οφείλομε
να οφείλειςνα οφείλετε
να οφείλεινα οφείλουν(ε)
Imper
ativ
Presόφειλεοφείλετε
Part
izip
Presοφείλοντας



Person Wortform
Präsens ich muss
du musst
er, sie, es muss
Präteritum ich musste
Konjunktiv II ich müsste
Imperativ Singular
Plural
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemusst haben
Alle weiteren Formen: Flexion:müssen



Person Wortform
Präsens ich soll
du sollst
er, sie, es soll
Präteritum ich sollte
Konjunktiv II ich sollte
Imperativ Singular
Plural
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesollt
sollen
haben
Alle weiteren Formen: Flexion:sollen






Griechische Definition zu οφείλω

οφείλω [ofílo] -ομαι Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : 1α. πρέπει, είμαι υποχρεωμένος να δώσω κτ., ιδίως χρήματα, σε κπ· χρωστώ: Θα μου υπογράψεις απόδειξη ότι μου οφείλεις δέκα χιλιάδες δραχμές. Tι σας οφείλω;, ερώτηση για αμοιβή προσφερόμενης υπηρεσίας ή για αγορά αγαθού: Tι σας οφείλω; - Δύο χιλιάδες δραχμές. || (ουδ. μπε. ως ουσ.) τα οφειλόμενα, αυτά που οφείλει, που χρωστάει κάποιος, τα χρέη. β. έχω υποχρέωση, ιδίως νομική ή ηθική, να κάνω κτ.: Οι στρατιώτες οφείλουν τυφλή υπακοή στους ανωτέρους τους. H κυβέρνηση οφείλει να παραιτηθεί, αν χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Οφείλουμε σεβασμό στους γονείς μας / ευγνωμοσύνη στους ευεργέτες μας. Σου οφείλω μια εξήγηση. Όφειλες να με είχες ειδοποιήσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu οφείλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15