οξύς Adj.  [oksis, oksys]

  Adj.
(14)
  Adj.
(1)
  Adj.
(0)
  Adj.
(0)
  Adj.
(0)
  Adj.
(0)
spitz (ugs.)
  Adj.
(0)

Etymologie zu οξύς

οξύς altgriechisch ὀξύς


GriechischDeutsch
οξύς κίνδυνος για το υδάτινο περιβάλλον·akut gewässergefährdend,

Übersetzung bestätigt

οξύς κίνδυνος για το υδάτινο περιβάλλον,akut gewässergefährdend,

Übersetzung bestätigt

Ο κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων είναι ιδιαίτερα οξύς για τα δυαδικά δικαιώματα προαίρεσης (binary options), καθώς η δομή πληρωμών αυτών των προϊόντων καθορίζεται από το κατά πόσον το υποκείμενο στοιχείο έχει φθάσει την καθορισμένη τιμή άσκησης κατά τη λήξη του.Das Risiko eines Interessenkonflikts ist bei binären Optionen besonders akut, weil die Zahlungsstruktur dieser Produkte dadurch bestimmt wird, ob der Basiswert beim Ablauf der Option den festgelegten Preis erreicht hat oder nicht.

Übersetzung bestätigt

Ο κίνδυνος έλλειψης χρηματοδότησης για παραγωγικές επενδύσεις στην Ευρώπη παραμένει οξύς στο πλαίσιο συνεχιζόμενων πιέσεων απομόχλευσης και του σημαντικού ακόμα κατακερματισμού της αγοράς ο οποίος παρακωλύει την ομαλή λειτουργία της ΟΝΕ.Die Risiken einer Finanzierungslücke für produktive Investitionen sind nach wie vor akut und vor dem Hintergrund eines weiteren Drucks zum Verschuldungsabbau und einer nach wie vor erheblichen Marktfragmentierung zu sehen, die das reibungslose Funktionieren der WWU behindert.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Noch keine Grammatik zu οξύς.



Griechische Definition zu οξύς

οξύς, επίθ.· ουδ. οξέον· πληθ. ουδ. οξεία· οξιά.

1)
α) Που απολήγει σε μυτερό άκρο, αιχμηρός, μυτερός, σουβλερός (κυρίως για αντικείμενα από μέταλλο ή και άλλο υλικό):
(Ιερακοσ. 34518), (Αξαγ., Κάρολ. Έ 386
β) (προκ. για σπαθί) κοφτερός:
(Φλώρ. 530
γ) (προκ. για κλίση δρόμου) απότομος, απόκρημνος:
επίασεν οξύν ανήφορον και επεριεπάτει (Σπανός A 206
(σε παροιμ.):
τούτο το ανάβα το γοργόν έχει και οξύν κατάβαν (Γλυκά, Στ. 363).
2)
α) Σε μεγάλο βαθμό, έντονος:
ορών αυτού το πανούργον ο ηγεμών οξύ … (Δούκ. 2619
β) (προκ. για άνεμο) ισχυρός, σφοδρός, δυνατός:
Το μεθόπωρον ανεμώδες και οι άνεμοι οξείς (Ωροσκ. 4123
γ) (προκ. για μυρωδιά) έντονη, δυνατή:
(Ροδινός 116
δ) (προκ. για χρώμα) βαθυπόρφυρος· μοβ:
Να εβγάλεις από σκαρλάτο ή οξύ μελάνι (Ιατροσ. κώδ. φξγ́· Διήγ. παιδ. 486).
3) (Μεταφ.) που αντιλαμβάνεται γρήγορα, ευφυής, έξυπνος:
(Καλλίμ. 191), (Ροδινός 163), (Διγ. A 1387).
4) (Προκ. για κίνηση) γρήγορος, ταχύς·
(εδώ μεταφ. προκ. για το λόγο):
τον λόγον τον ταχύδρομον (Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 62).
5) (Προκ. για χρόνο) σύντομος:
(Ερμον. Ι 273).
Το ουδ. ως ουσ. = ύφασμα πορφυρού χρώματος:
δύο κομματία παννίν κοττένον σκαρλάτον, … οξύν φίνον (Μαχ. 22432).
[αρχ. επίθ. οξύς. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback