ξύνω  Verb  [ksino, ksynw]

Ähnliche Bedeutung wie ξύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ξύνω

... Αθλητικός Σύλλογος Δικέφαλος Αστέρας Νέας Ιωνίας (ΔΙΚΕ.ΑΣ.), γνωστός και ως ΙΕΚ ΞΥΝΗ ΔΙΚΕΑΣ για εμπορικούς λόγους, αποτελεί ελληνικό αθλητικό σωματείο με έδρα ...

... Ο Σοφοκλής Ξυνής είναι πτυχιούχος του τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου ...

... τελικό των πλέι-οφ των Σχολών ΞΥΝΗ. Μενίδι: ΑΣ Σχολών ΞΥΝΗ - Γ.Ε. Βέροιας 20-20. Βέροια: Γ.Ε. Βέροιας - ΑΣ Σχολών ΞΥΝΗ 22-19. Ματιές στα σπορ, Ιανουάριος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kratzen

... Kurdische Kundschafter kratzen Spritzgebäckkrumen konisch. ...

... Wirklich zu Hause ist man dort, wo man sich überall kratzen kann, wenn es einen juckt. ...

... Ich fragte ihn, ob er mir den Rücken kratzen würde. ...

Quelle: BraveSentry, Esperantostern, Manfredo

Grammatik


ΞΥΝΩ
I scratch
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξύνωξύνουμε, ξύνομεksino39">ξύνομαιξυνόμαστε
ξύνειςξύνετεξύνεσαιξύνεστε, ξυνόσαστε
ξύνειξύνουν(ε)ξύνεταιξύνονται
Imper
fekt
έξυναξύναμεξυνόμουν(α)ξυνόμαστε, ξυνόμασταν
έξυνεςξύνατεξυνόσουν(α)ξυνόσαστε, ξυνόσασταν
έξυνεέξυναν, ξύναν(ε)ξυνόταν(ε)ξύνονταν, ξυνόντανε, ξυνόντουσαν
Aoristέξυσαξύσαμεξύθηκαξυθήκαμε
έξυσεςξύσατεξύθηκεςξυθήκατε
έξυσεέξυσαν, ξύσαν(ε)ξύθηκεξύθηκαν(ε), ξυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ξύσει
έχω ξυσμένο
έχουμε ξύσει
έχουμε ξυσμένο
έχω ξυθεί
είμαι ξυσμένος, -η
έχουμε ξυθεί
είμαστε ξυσμένοι, -ες
έχεις ξύσει
έχεις ξυσμένο
έχετε ξύσει
έχετε ξυσμένο
έχεις ξυθεί
είσαι ξυσμένος, -η
έχετε ξυθεί
είστε ξυσμένοι, -ες
έχει ξύσει
έχει ξυσμένο
έχουν ξύσει
έχουν ξυσμένο
έχει ξυθεί
είναι ξυσμένος, -η, -ο
έχουν ξυθεί
είναι ξυσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ξύσει
είχα ξυσμένο
είχαμε ξύσει
είχαμε ξυσμένο
είχα ξυθεί
ήμουν ξυσμένος, -η
είχαμε ξυθεί
ήμαστε ξυσμένοι, -ες
είχες ξύσει
είχες ξυσμένο
είχατε ξύσει
είχατε ξυσμένο
είχες ξυθεί
ήσουν ξυσμένος, -η
είχατε ξυθεί
ήσαστε ξυσμένοι, -ες
είχε ξύσει
είχε ξυσμένο
είχαν ξύσει
είχαν ξυσμένο
είχε ξυθεί
ήταν ξυσμένος, -η, -ο
είχαν ξυθεί
ήταν ξυσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξύνωθα ξύνουμεθα ξύνομαιθα ξυνόμαστε
θα ξύνειςθα ξύνετεθα ξύνεσαιθα ξύνεστε, θα ξυνόσαστε
θα ξύνειθα ξύνουνθα ξύνεταιθα ξύνονται
Fut
ur
θα ξύσωθα ξύσουμεθα ξυθώθα ξυθούμε
θα ξύσειςθα ξύσετεθα ξυθείςθα ξυθείτε
θα ξύσειθα ξύσουνθα ξυθείθα ξυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξύσει
θα έχω ξυσμένο
θα έχουμε ξύσει
θα έχουμε ξυσμένο
θα έχω ξυθεί
θα είμαι ξυσμένος, -η
θα έχουμε ξυθεί
θα είμαστε ξυσμένοι, -ες
θα έχεις ξύσει
θα έχεις ξυσμένο
θα έχετε ξύσει
θα έχετε ξυσμένο
θα έχεις ξυθεί
θα είσαι ξυσμένος, -η
θα έχετε ξυθεί
θα είστε ξυσμένοι, -ες
θα έχει ξύσει
θα έχει ξυσμένο
θα έχουν ξύσει
θα έχουν ξυσμένο
θα έχει ξυθεί
θα είναι ξυσμένος, -η, -ο
θα έχουν ξυθεί
θα είναι ξυσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξύνωνα ξύνουμενα ξύνομαινα ξυνόμαστε
να ξύνειςνα ξύνετενα ξύνεσαινα ξύνεστε, να ξυνόσαστε
να ξύνεινα ξύνουννα ξύνεταινα ξύνονται
Aoristνα ξύσωνα ξύσουμενα ξυθώνα ξυστούμε, να ξυθούμε
να ξύσειςνα ξύσετενα ξυθείςνα ξυθείτε
να ξύσεινα ξύσουννα ξυθείνα ξυθούν(ε)
Perfνα έχω ξύσει
να έχω ξυσμένο
να έχουμε ξύσει
να έχουμε ξυσμένο
να έχω ξυθεί
να είμαι ξυσμένος, -η
να έχουμε ξυθεί
να είμαστε ξυσμένοι, -ες
να έχεις ξύσει
να έχεις ξυσμένο
να έχετε ξύσει
να έχετε ξυσμένο
να έχεις ξυθεί
να είσαι ξυσμένος, -η
να έχετε ξυθεί
να είστε ξυσμένοι, -ες
να έχει ξύσει
να έχει ξυσμένο
να έχουν ξύσει
να έχουν ξυσμένο
να έχει ξυθεί
να είναι ξυσμένος, -η, -ο
να έχουν ξυθεί
να είναι ξυσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξύνεξύνετεξύνεστε
Aoristξύσεξύσετε, ξύστεξύσουξυθείτε
Part
izip
Presξύνοντας
Perfέχοντας ξύσει, έχοντας ξυσμένοξυσμένος, -η, -οξυσμένοι, -ες, -α
InfinAoristξύσειξυθεί












Griechische Definition zu ξύνω

ξύνω [ksíno] -ομαι Ρ αόρ. έξυσα, απαρέμφ. ξύσει, παθ. αόρ. ξύθηκα και ξύστηκα, απαρέμφ. ξυθεί και ξυστεί, μππ. ξυμένος και ξυσμένος : 1.με τα νύχια ή με ένα αιχμηρό αντικείμενο τρίβω ελαφρά κάποιο μέρος του σώματος, συνήθ. όταν αισθάνομαι φαγούρα: Ξύσε μου λίγο την πλάτη. Tον είδα να ξύνεται με μανία. Σταμάτησε κι έξυσε το κεφάλι του, από αμηχανία. ΠAΡ ΦΡ αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς…, πρέπει να στηρίζεσαι στις δικές σου δυνάμεις. ΦΡ ξύνω τα νύχια μου: α. ζητάω καβγά. β. χάνω τον καιρό μου. ξύνω κοιλιές, δεν κάνω τίποτα. (χυδ.) ξύνω τα αρχίδια (μου), αδρανώ, περνώ τον καιρό μου μην κάνοντας τίποτα. ξύνω (παλιές) πληγές*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15