ξέρω  Verb  [ksero, kserw]

Ähnliche Bedeutung wie ξέρω


Beispielsätze ξέρω

... Δεν ξέρω τι να κάνω. ...

... Δεν ξέρω τίποτα γι'αυτήν. ...

... Το μόνο που ξέρω είναι ότι έφυγε την περασμένη εβδομάδα. ...

Quelle: promemoria, anmaretto, ellasevia


Beispielsätze ich weiß

... Es ist unvermeidbar, dass ich eines Tages nach Frankreich gehe, ich weiß nur nicht, wann. ...

... Wir lesen beide Tag und Nacht die Bibel, aber Sie lesen dort schwarz, wo ich weiß lese. ...

... Ich möchte diesen Sommer verreisen, aber ich weiß nicht wohin. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Ullalia

Grammatik


ΞΕΡΩ
I know
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξέρωξέρουμε, ξέρομε
ξέρειςξέρετε
ξέρειξέρουν(ε)
Imper
fekt
ήξεραξέραμε
ήξερεςξέρατε
ήξερεέξεραν, ξέραν(ε)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξέρωθα ξέρουμε, θα ξέρομε
θα ξέρειςθα ξέρετε
θα ξέρειθα ξέρουν(ε)
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να ξέρωνα ξέρουμε, να ξέρομε
να ξέρειςνα ξέρετε
να ξέρεινα ξέρουν(ε)
Imper
ativ
Presξέρεξέρετε
Part
izip
Presξέροντας





Person Wortform
Präsens ich kenne
du kennst
er, sie, es kennt
Präteritum ich kannte
Konjunktiv II ich kennte
Imperativ Singular kenne!
kenn!
Plural kennt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekannt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kennen


Griechische Definition zu ξέρω

ξέρω [kséro] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) πρτ. ήξερα : 1α.κατέχω μια γνώση, έχω αντίληψη ενός πράγματος, ενός γεγονότος, μιας κατάστασης: Θα ήθελα να ήξερα περισσότερα γι΄ αυτή την υπόθεση. Δεν ξέρω αν είναι εδώ ή αν έφυγε. Δεν ήξερα ούτε το όνομά του. ξέρω ότι είναι έντιμος άνθρωπος. Δε θέλω να ξέρω τίποτα γι΄ αυτή την ιστορία, για κτ. πολύ δυσάρεστο. Nομίζει πως τα ξέρει όλα. Tο ξέρω πως θα φύγεις. Ποιος ξέρει τι θα γίνει αύριο! Θα έρθουν να μας επισκεφθούν; - Ποιος ξέρει; Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ. Aν ήξερες τι τράβηξα!… Ξέρει από μηχανές. Δεν ξέρει τίποτα από μαθηματικά. Mην ξέροντας πώς επισκευάζεται, το χάλασε τελείως. Ο άνθρωπος δεν ήξερε πολλά για την υπόθεση. || Tην ξέρω την πόλη, την έχω επισκεφτεί ή μπορώ να κυκλοφορήσω χωρίς οδηγό. Ξέρει πολλά κατατόπια / πολλές τρύπες, για αγορές οικονομικές. (έκφρ.) τόσα ξέρει τόσα λέει, για κπ. που εκφράζει απόψεις χωρίς να είναι ενημερωμένος ή χωρίς να έχει τις σχετικές γνώσεις. δεν ξέρει τι λέει, λέει ανοησίες. ξέρω κι εγώ! / ξέρω γω!, δεν ξέρω, αμφιβάλλω για κτ. ποιος ξέρει; / κανείς δεν ξέρει, για κτ. εντελώς αβέβαιο και άδηλο. δεν ξέρει τι έχει: α. έχει πάρα πολλά χρήματα. β. αισθάνεται κάποια ακαθόριστη αδιαθεσία. ΦΡ το ξέρει κι η γάτα* (μου). ο Θεός ξέρει / ένας Θεός ξέρει, για κτ. αβέβαιο που κανένας δεν μπορεί να το ξέρει ή να το προβλέψει. ξέρω κπ. από την καλή* και από την ανάποδη. ξέρω κπ. / κτ. σαν την τσέπη* μου. δεν ξέρει η δεξιά* του τι ποιεί η αριστερά του. ΠAΡ ΦΡ δεν ξέρει να μοιράσει* δύο γαϊδάρων (τ΄) άχυρο. β. κατέχω μια γνώση ως αποτέλεσμα μάθησης: Ξέρει καλά αγγλικά. Δεν ξέρω γράμματα. Ξέρεις καλή ορθογραφία; (έκφρ.) δεν ξέρει γρι* ελληνικά / γαλλικά / από μουσική κτλ. ΦΡ δεν ξέρει πού παν τα τέσσερα*. || Ξέρει καλό κολύμπι. Tο μωρό δεν ξέρει ακόμα να περπατάει. || Ξέρει φλιτζάνι / χαρτιά, μπορεί και ερμηνεύει τα σημάδια τους. || διατηρώ στη μνήμη μου κτ. που διάβασα· αποστηθίζω: ξέρω το μάθημα απ΄ έξω. Ξέρει καλά το ρόλο της. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξέρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15