ντροπιάζω  Verb  [ntropiazo, ntropiazw]

Ähnliche Bedeutung wie ντροπιάζω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ntrepomai">ΝΤΡΟΠΙΑΖΩ
I humiliate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ντροπιάζωντροπιάζουμε, ντροπιάζομεντροπιάζομαιντροπιαζόμαστε
ντροπιάζειςντροπιάζετεντροπιάζεσαιντροπιάζεστε, ντροπιαζόσαστε
ντροπιάζειντροπιάζουν(ε)ντροπιάζεταιντροπιάζονται
Imper
fekt
ντρόπιαζαντροπιάζαμεντροπιαζόμουν(α)ντροπιαζόμαστε, ντροπιαζόμασταν
ντρόπιαζεςντροπιάζατεντροπιαζόσουν(α)ντροπιαζόσαστε, ντροπιαζόσασταν
ντρόπιαζεντρόπιαζαν, ντροπιάζαν(ε)ντροπιαζόταν(ε)ντροπιάζονταν, ντροπιαζόντανε, ντροπιαζόντουσαν
Aoristντρόπιασαντροπιάσαμεντροπιάστηκαντροπιαστήκαμε
ντρόπιασεςντροπιάσατεντροπιάστηκεςντροπιαστήκατε
ντρόπιασεντρόπιασαν, ντροπιάσαν(ε)ντροπιάστηκεντροπιάστηκαν, ντροπιαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ντροπιάσει
έχω ντροπιασμένο
έχουμε ντροπιάσει
έχουμε ντροπιασμένο
έχω ντροπιαστεί
είμαι ντροπιασμένος, -η
έχουμε ντροπιαστεί
είμαστε ντροπιασμένοι, -ες
έχεις ντροπιάσει
έχεις ντροπιασμένο
έχετε ντροπιάσει
έχετε ντροπιασμένο
έχεις ντροπιαστεί
είσαι ντροπιασμένος, -η
έχετε ντροπιαστεί
είστε ντροπιασμένοι, -ες
έχει ντροπιάσει
έχει ντροπιασμένο
έχουν ντροπιάσει
έχουν ντροπιασμένο
έχει ντροπιαστεί
είναι ντροπιασμένος, -η, -ο
έχουν ντροπιαστεί
είναι ντροπιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ντροπιάσει
είχα ντροπιασμένο
είχαμε ντροπιάσει
είχαμε ντροπισμένο
είχα ντροπιαστεί
ήμουν ντροπιασμένος, -η
είχαμε ντροπιαστεί
ήμαστε ντροπιασμένοι, -ες
είχες ντροπιάσει
είχες ντροπιασμένο
είχατε ντροπιάσει
είχατε ντροπιασμένο
είχες ντροπιαστεί
ήσουν ντροπιασμένος, -η
είχατε ντροπιαστεί
ήσαστε ντροπιασμένοι, -ες
είχε ντροπιάσει
είχε ντροπιασμένο
είχαν ντροπιάσει
είχαν ντροπιασμένο
είχε ντροπιαστεί
ήταν ντροπιασμένος, -η, -ο
είχαν ντροπιαστεί
ήταν ντροπιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ντροπιάζωθα ντροπιάζουμε, θα ντροπιάζομεθα ντροπιάζομαιθα ντροπιαζόμαστε
θα ντροπιάζειςθα ντροπιάζετεθα ντροπιάζεσαιθα ντροπιάζεστε, θα ντροπιαζόσαστε
θα ντροπιάζειθα ντροπιάζουν(ε)θα ντροπιάζεταιθα ντροπιάζονται
Fut
ur
θα ντροπιάσωθα ντροπιάσουμε, θα ντροπιάζομεθα ντροπιαστώθα ντροπιαστούμε
θα ντροπιάσειςθα ντροπιάσετεθα ντροπιαστείςθα ντροπιαστείτε
θα ντροπιάσειθα ντροπιάσουν(ε)θα ντροπιαστείθα ντροπιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ντροπιάσει
θα έχω ντροπιασμένο
θα έχουμε ντροπιάσει
θα έχουμε ντροπιασμένο
θα έχω ντροπιαστεί
θα είμαι ντροπιασμένος, -η
θα έχουμε ντροπιαστεί
θα είμαστε ντροπιασμένοι, -ες
θα έχεις ντροπιάσει
θα έχεις ντροπιασμένο
θα έχετε ντροπιάσει
θα έχετε ντροπιασμένο
θα έχεις ντροπιαστεί
θα είσαι ντροπιασμένος, -η
θα έχετε ντροπιαστεί
θα είστε ντροπιασμένοι, -ες
θα έχει ντροπιάσει
θα έχει ντροπιασμένο
θα έχουν ντροπιάσει
θα έχουν ντροπιασμένο
θα έχει ντροπιαστεί
θα είναι ντροπιασμένος, -η, -ο
θα έχουν ντροπιαστεί
θα είναι ντροπιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ντροπιάζωνα ντροπιάζουμε, να ντροπιάζομενα ντροπιάζομαινα ντροπιαζόμαστε
να ντροπιάζειςνα ντροπιάζετενα ντροπιάζεσαινα ντροπιάζεστε, να ντροπιαζόσαστε
να ντροπιάζεινα ντροπιάζουν(ε)να ντροπιάζεταινα ντροπιάζονται
Aoristνα ντροπιάσωνα ντροπιάσουμε, να ντροπιάσομενα ντροπιαστώνα ντροπιαστούμε
να ντροπιάσειςνα ντροπιάσετενα ντροπιαστείςνα ντροπιαστείτε
να ντροπιάσεινα ντροπιάσουν(ε)να ντροπιαστείνα ντροπιαστούν(ε)
Perfνα έχω ντροπιάσει
να έχω ντροπιασμένο
να έχουμε ντροπιάσει
να έχουμε ντροπιασμένο
να έχω ντροπιαστεί
να είμαι ντροπιασμένος, -η
να έχουμε ντροπιαστεί
να είμαστε ντροπιασμένοι, -ες
να έχεις ντροπιάσει
να έχεις ντροπιασμένο
να έχετε ντροπιάσει
να έχετε ντροπιασμένο
να έχεις ντροπιαστεί
να είσαι ντροπιασμένος, -η
να έχετε ντροπιαστεί
να είστε ντροπιασμένοι, -ες
να έχει ντροπιάσει
να έχει ντροπιασμένο
να έχουν ντροπιάσει
να έχουν ντροπιασμένο
να έχει ντροπιαστεί
να είναι ντροπιασμένος, -η, -ο
να έχουν ντροπιαστεί
να είναι ντροπιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presντρόπιαζεντροπιάζετεντροπιάζεστε
Aoristντρόπιασεντροπιάστεντροπιάσουντροπιαστείτε
Part
izip
Presντροπιάζονταςντροπιαζόμενος
Perfέχοντας ντροπιάσει, έχοντας ντροπιασμένοντροπιασμένος, -η, -οντροπιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristντροπιάσειντροπιαστεί










Griechische Definition zu ντροπιάζω

ντροπιάζω [dropxázo] -ομαι : α.κάνω κπ. να αισθανθεί ντροπή, τον προσβάλλω, τον εξευτελίζω: Tον μάλωσε μπροστά στους φίλους του και τον ντρόπιασε. Nτροπιάστηκε, γιατί δεν είχε να προσφέρει τίποτε στους ξένους. Ο στρατός γύρισε πίσω νικημένος και ντροπιασμένος. β. κάνω κπ. να αισθανθεί ντροπή εξαιτίας της δικής μου κακής διαγωγής: Mε ντρόπιασες μπροστά σε τόσον κόσμο με τα φερσίματά σου.

[μσν. ντροπιάζω < ντροπ(ή) -ιάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ντροπιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15