ντροπιάζω Verb  [ntropiazo, ntropiazw]

  Verb
(1)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu ντροπιάζω

ντροπιάζω mittelgriechisch ντροπιάζω ἐντροπή


GriechischDeutsch
(EN) Κύριε Πρόεδρε, θέλω να συνεχίσω τη στρασβουργιανή μου παράδοση να κατονομάζω και να ντροπιάζω κράτη μέλη που παραλείπουν να συμμορφωθούν προς τις οδηγίες της Λισαβόνας.(EN) Herr Präsident! Ich möchte meine Straßburger Tradition fortsetzen und Mitgliedstaaten, die die Lissabon-Richtlinien nicht einhalten, nennen und bloßstellen.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu ντροπιάζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ντροπιάζωντροπιάζουμε, ντροπιάζομεντροπιάζομαιντροπιαζόμαστε
ντροπιάζειςντροπιάζετεντροπιάζεσαιντροπιάζεστε, ντροπιαζόσαστε
ντροπιάζειντροπιάζουν(ε)ντροπιάζεταιντροπιάζονται
Imper
fekt
ντρόπιαζαντροπιάζαμεντροπιαζόμουν(α)ντροπιαζόμαστε, ντροπιαζόμασταν
ντρόπιαζεςντροπιάζατεντροπιαζόσουν(α)ντροπιαζόσαστε, ντροπιαζόσασταν
ντρόπιαζεντρόπιαζαν, ντροπιάζαν(ε)ντροπιαζόταν(ε)ντροπιάζονταν, ντροπιαζόντανε, ντροπιαζόντουσαν
Aoristντρόπιασαντροπιάσαμεντροπιάστηκαντροπιαστήκαμε
ντρόπιασεςντροπιάσατεντροπιάστηκεςντροπιαστήκατε
ντρόπιασεντρόπιασαν, ντροπιάσαν(ε)ντροπιάστηκεντροπιάστηκαν, ντροπιαστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ντροπιάσει
έχω ντροπιασμένο
έχουμε ντροπιάσει
έχουμε ντροπιασμένο
έχω ντροπιαστεί
είμαι ντροπιασμένος, -η
έχουμε ντροπιαστεί
είμαστε ντροπιασμένοι, -ες
έχεις ντροπιάσει
έχεις ντροπιασμένο
έχετε ντροπιάσει
έχετε ντροπιασμένο
έχεις ντροπιαστεί
είσαι ντροπιασμένος, -η
έχετε ντροπιαστεί
είστε ντροπιασμένοι, -ες
έχει ντροπιάσει
έχει ντροπιασμένο
έχουν ντροπιάσει
έχουν ντροπιασμένο
έχει ντροπιαστεί
είναι ντροπιασμένος, -η, -ο
έχουν ντροπιαστεί
είναι ντροπιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ντροπιάσει
είχα ντροπιασμένο
είχαμε ντροπιάσει
είχαμε ντροπισμένο
είχα ντροπιαστεί
ήμουν ντροπιασμένος, -η
είχαμε ντροπιαστεί
ήμαστε ντροπιασμένοι, -ες
είχες ντροπιάσει
είχες ντροπιασμένο
είχατε ντροπιάσει
είχατε ντροπιασμένο
είχες ντροπιαστεί
ήσουν ντροπιασμένος, -η
είχατε ντροπιαστεί
ήσαστε ντροπιασμένοι, -ες
είχε ντροπιάσει
είχε ντροπιασμένο
είχαν ντροπιάσει
είχαν ντροπιασμένο
είχε ντροπιαστεί
ήταν ντροπιασμένος, -η, -ο
είχαν ντροπιαστεί
ήταν ντροπιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ντροπιάζωθα ντροπιάζουμε, θα ντροπιάζομεθα ντροπιάζομαιθα ντροπιαζόμαστε
θα ντροπιάζειςθα ντροπιάζετεθα ντροπιάζεσαιθα ντροπιάζεστε, θα ντροπιαζόσαστε
θα ντροπιάζειθα ντροπιάζουν(ε)θα ντροπιάζεταιθα ντροπιάζονται
Fut
ur
θα ντροπιάσωθα ντροπιάσουμε, θα ντροπιάζομεθα ντροπιαστώθα ντροπιαστούμε
θα ντροπιάσειςθα ντροπιάσετεθα ντροπιαστείςθα ντροπιαστείτε
θα ντροπιάσειθα ντροπιάσουν(ε)θα ντροπιαστείθα ντροπιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ντροπιάσει
θα έχω ντροπιασμένο
θα έχουμε ντροπιάσει
θα έχουμε ντροπιασμένο
θα έχω ντροπιαστεί
θα είμαι ντροπιασμένος, -η
θα έχουμε ντροπιαστεί
θα είμαστε ντροπιασμένοι, -ες
θα έχεις ντροπιάσει
θα έχεις ντροπιασμένο
θα έχετε ντροπιάσει
θα έχετε ντροπιασμένο
θα έχεις ντροπιαστεί
θα είσαι ντροπιασμένος, -η
θα έχετε ντροπιαστεί
θα είστε ντροπιασμένοι, -ες
θα έχει ντροπιάσει
θα έχει ντροπιασμένο
θα έχουν ντροπιάσει
θα έχουν ντροπιασμένο
θα έχει ντροπιαστεί
θα είναι ντροπιασμένος, -η, -ο
θα έχουν ντροπιαστεί
θα είναι ντροπιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ντροπιάζωνα ντροπιάζουμε, να ντροπιάζομενα ντροπιάζομαινα ντροπιαζόμαστε
να ντροπιάζειςνα ντροπιάζετενα ντροπιάζεσαινα ντροπιάζεστε, να ντροπιαζόσαστε
να ντροπιάζεινα ντροπιάζουν(ε)να ντροπιάζεταινα ντροπιάζονται
Aoristνα ντροπιάσωνα ντροπιάσουμε, να ντροπιάσομενα ντροπιαστώνα ντροπιαστούμε
να ντροπιάσειςνα ντροπιάσετενα ντροπιαστείςνα ντροπιαστείτε
να ντροπιάσεινα ντροπιάσουν(ε)να ντροπιαστείνα ντροπιαστούν(ε)
Perfνα έχω ντροπιάσει
να έχω ντροπιασμένο
να έχουμε ντροπιάσει
να έχουμε ντροπιασμένο
να έχω ντροπιαστεί
να είμαι ντροπιασμένος, -η
να έχουμε ντροπιαστεί
να είμαστε ντροπιασμένοι, -ες
να έχεις ντροπιάσει
να έχεις ντροπιασμένο
να έχετε ντροπιάσει
να έχετε ντροπιασμένο
να έχεις ντροπιαστεί
να είσαι ντροπιασμένος, -η
να έχετε ντροπιαστεί
να είστε ντροπιασμένοι, -ες
να έχει ντροπιάσει
να έχει ντροπιασμένο
να έχουν ντροπιάσει
να έχουν ντροπιασμένο
να έχει ντροπιαστεί
να είναι ντροπιασμένος, -η, -ο
να έχουν ντροπιαστεί
να είναι ντροπιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presντρόπιαζεντροπιάζετεντροπιάζεστε
Aoristντρόπιασεντροπιάστεντροπιάσουντροπιαστείτε
Part
izip
Presντροπιάζονταςντροπιαζόμενος
Perfέχοντας ντροπιάσει, έχοντας ντροπιασμένοντροπιασμένος, -η, -οντροπιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristντροπιάσειντροπιαστεί











Griechische Definition zu ντροπιάζω

ντροπιάζω [dropxázo] -ομαι : α.κάνω κπ. να αισθανθεί ντροπή, τον προσβάλλω, τον εξευτελίζω: Tον μάλωσε μπροστά στους φίλους του και τον ντρόπιασε. Nτροπιάστηκε, γιατί δεν είχε να προσφέρει τίποτε στους ξένους. Ο στρατός γύρισε πίσω νικημένος και ντροπιασμένος. β. κάνω κπ. να αισθανθεί ντροπή εξαιτίας της δικής μου κακής διαγωγής: Mε ντρόπιασες μπροστά σε τόσον κόσμο με τα φερσίματά σου.

[μσν. ντροπιάζω < ντροπ(ή) -ιάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback