μπορώ  Verb  [boro, mporw]

Ähnliche Bedeutung wie μπορώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μπορώ

... Δεν μπορώ να σκεφτώ μια καλή δικαιολογία που άργησα για τον οδοντίατρο. ...

... Δεν μπορώ να απαντήσω την ερώτησή σου. ...

... Δεν μπορώ να φανταστώ έναν κόσμο χωρίς τον ηλεκτρισμό. ...

Quelle: anmaretto, ellasevia, ellasevia


Beispielsätze ich kann

... Was auch immer ich tue, sie sagt, ich kann es besser. ...

... Es tut mir leid, ich kann nicht lange bleiben. ...

... Sie machen zu viel Lärm, ich kann mich nicht konzentrieren. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΜΠΟΡΩ
prepei">I can
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μπορώμπορούμε
μπορείςμπορείτε
μπορείμπορούν(ε)
Imper
fekt
μπορούσαμπορούσαμε
μπορούσεςμπορούσατε
μπορούσεμπορούσαν(ε)
Aoristμπόρεσαμπορέσαμε
μπόρεσεςμπορέσατε
μπόρεσεμπόρεσαν, μπορέσανε
Per
fect
έχω μπορέσειέχουμε μπορέσει
έχεις μπορέσειέχετε μπορέσει
έχει μπορέσειέχουν μπορέσει
Plu
per
fect
είχα μπορέσειείχαμε μπορέσει
είχες μπορέσειείχατε μπορέσει
είχε μπορέσειείχαν μπορέσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μπορώθα μπορούμε
θα μπορείςθα μπορείτε
θα μπορείθα μπορούνε
Fut
ur
θα μπορέσωθα μπορέσουμε, θα μπορέσομε
θα μπορέσειςθα μπορέσετε
θα μπορέσειθα μπορέσουνε
Fut
ur II
θα έχω μπορέσειθα έχουμε μπορέσει
θα έχεις μπορέσειθα έχετε μπορέσει
θα έχει μπορέσειθα έχουν μπορέσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μπορώνα μπορούμε
να μπορείςνα μπορείτε
να μπορείνα μπορούνε
Aoristνα μπορέσωνα μπορέσουμε, -ομε
να μπορέσειςνα μπορέσετε
να μπορέσεινα μπορέσουν(ε)
Perfνα έχω μπορέσεινα έχουμε μπορέσει
να έχεις μπορέσεινα έχετε μπορέσει
να έχει μπορέσεινα έχουν μπορέσει
Imper
ativ
Presμπορείτε
Aoristμπόρεσεμπορέστε, μπορέσετε
Part
izip
Presμπορώντας
Perfέχοντας μπορέσει
InfinAoristμπορέσει



Person Wortform
Präsens ich darf
du darfst
er, sie, es darf
Präteritum ich durfte
Konjunktiv II ich dürfte
Imperativ Singular
Plural
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gedurft haben
Alle weiteren Formen: Flexion:dürfen


Griechische Definition zu μπορώ

μπορώ [boró] .10α : διαθέτω τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ή δυνάμεις για να κάνω κτ. α. για φυσικές, πνευματικές ή ψυχικές ικανότητες: Δεν μπορεί να δουλέψει, γιατί είναι αδιάθετος / άρρωστος. Kαταλαβαίνω τα αγγλικά αλλά δεν μπορώ να τα μιλήσω. Φάε όσο μπορείς. (έκφρ.) δεν μπορώ, είμαι άρρωστος. ΠAΡ Πότε ο Γιάννης* δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί. || τολμώ: Έλα να παλαίψουμε, αν μπορείς. || (προφ.) ανέχομαι, υφίσταμαι: Δεν τον μπορώ αυτόν τον άνθρωπο με τις ιδιοτροπίες του. Δεν την μπορώ την πολλή ζέστη αλλά ούτε και το πολύ κρύο. (έκφρ.) μαζί δεν κάνουν και χώρια* δεν μπορούν. β. για δυνατότητες ή δικαιώματα: Έκανα ό,τι μπορούσα. Mπορείς να μου δανείσεις χίλιες δραχμές; Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο· έκανα ό,τι μπορούσα. Ελευθερία είναι να μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, αν αυτό δε βλάπτει τους άλλους. μπορώ να κάνω κάτι;, επιτρέπεται; Δε θα μπορέσω, να κάνω αυτό για το οποίο γίνεται λόγος. Θα έρθεις αύριο; - Δε θα μπορέσω. || μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;, ως έκφραση ευγένειας. γ. υπάρχει η δυνατότητα ή η πιθανότητα να γίνει κτ.: Θα μπορούσα να πεθάνω, αν το κάνεις αυτό. Λάθη που μπορούν να μου στοιχίσουν ακριβά. δ. (στο γ' πρόσ.) είναι δυνατό ή πιθανό· ίσως: Mπορεί να πάω, μπορεί και να μην πάω. Θα φύγεις αύριο; - Mπορεί. Δεν μπορεί να…, είναι αδύνατο ή απίθανο.

[μσν. μπορώ < εμπορώ με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < αρχ. εὐπορῶ `ευδοκιμώ, βρίσκω τον τρόπο΄ παρετυμ. έμπορος]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μπορώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15