μουρμουρίζω  Verb  [murmurizo, moyrmoyrizw]

Ähnliche Bedeutung wie μουρμουρίζω


Beispielsätze μουρμουρίζω

... αναποφάσιστος και βασιζόταν στον Μίμιρ για όλες τις αποφάσεις του, μουρμουρίζοντας μόνο απαντήσεις που δεν τον δέσμευαν όταν ο Μίμιρ ήταν απών. Ο Χούνιρ ...

... Κώδωνας, Κουδούνα Βραχονησίδα Μουρμούρισα Mırmırcalar, Mırmırca, Μουρμούριζα, Μουρμούριζες Πετρούσα Taş, Kayabaşı, Petro, Petrusi, Petrousi, Petrusa, Petrousa ...

... αυτοκράτορας στον Ιππόδρομο, οι άνθρωποι εκεί (κυρίως οπαδοί του τσίρκου) μουρμούριζαν ότι η Λουπικίνα άλλαξε το όνομά της με το πιο αξιοσέβαστο όνομα «Ευφημία» ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze knurren

... Knasterbart benannt, beschrieb dieser Begriff lautmalerisch (vergleiche auch knistern) dunkle Klangeindrücke wie brummen, murren oder knurren und so wurde das ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΟΥΡΜΟΥΡΙΖΩ
I murmur
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μουρμουρίζω, mourmourao">μουρμουράωμουρμουρίζουμε, μουρμουρίζομε
μουρμουρίζειςμουρμουρίζετε
μουρμουρίζειμουρμουρίζουν(ε)
Imper
fekt
μουρμούριζαμουρμουρίζαμε
μουρμούριζεςμουρμουρίζατε
μουρμούριζεμουρμούριζαν, μουρμουρίζαν(ε)
Aoristμουρμούρισαμουρμουρίσαμε
μουρμούρισεςμουρμουρίσατε
μουρμούρισεμουρμούρισαν, μουρμουρίσαν(ε)
Per
fect
έχω μουρμουρίσειέχουμε μουρμουρίσει
έχεις μουρμουρίσειέχετε μουρμουρίσει
έχει μουρμουρίσειέχουν μουρμουρίσει
Plu
per
fect
είχα μουρμουρίσειείχαμε μουρμουρίσει
είχες μουρμουρίσειείχατε μουρμουρίσει
είχε μουρμουρίσειείχαν μουρμουρίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μουρμουρίζωθα μουρμουρίζουμε, θα μουρμουρίζομε
θα μουρμουρίζειςθα μουρμουρίζετε
θα μουρμουρίζειθα μουρμουρίζουν(ε)
Fut
ur
θα μουρμουρίσωθα μουρμουρίσουμε, θα μουρμουρίζομε
θα μουρμουρίσειςθα μουρμουρίσετε
θα μουρμουρίσειθα μουρμουρίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μουρμουρίσειθα έχουμε μουρμουρίσει
θα έχεις μουρμουρίσειθα έχετε μουρμουρίσει
θα έχει μουρμουρίσειθα έχουν μουρμουρίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μουρμουρίζωνα μουρμουρίζουμε, να μουρμουρίζομε
να μουρμουρίζειςνα μουρμουρίζετε
να μουρμουρίζεινα μουρμουρίζουν(ε)
Aoristνα μουρμουρίσωνα μουρμουρίσουμε, να μουρμουρίσομε
να μουρμουρίσειςνα μουρμουρίσετε
να μουρμουρίσεινα μουρμουρίσουν(ε)
Perfνα έχω μουρμουρίσεινα έχουμε μουρμουρίσει
να έχεις μουρμουρίσεινα έχετε μουρμουρίσει
να έχει μουρμουρίσεινα έχουν μουρμουρίσει
Imper
ativ
Presμουρμούριζεμουρμουρίζετε
Aoristμουρμούρισεμουρμουρίσετε
Part
izip
Presμουρμουρίζοντας
Perfέχοντας μουρμουρίσει
InfinAoristμουρμουρίσει














Griechische Definition zu μουρμουρίζω

μουρμουρίζω [murmurízo] .1α : 1α. μιλώ χαμηλόφωνα, ψιθυριστά και υπόκωφα, έτσι ώστε να μην ακούγεται καθαρά αυτό που λέω: Mουρμουρίζει συνεχώς χωρίς κανείς να τον ακούει. Tι μουρμουρίζετε κρυφά εσείς εκεί κάτω; Mπαινόβγαινε μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι. β. μουρμουρίζω, όταν παραπονιέμαι ή όταν διαμαρτύρομαι: Mε την ακρίβεια και την ανεργία ο κόσμος άρχισε να μουρμουρίζει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μουρμουρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15