blubbern
 Verb

μουρμουρίζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Blanche, hör auf zu blubbern.Μπλανς, σταμάτα την κλαψούρα.

Übersetzung nicht bestätigt

Edwina, falls Sie mich hören können, blubbern Sie mal ein bisschen.Εντουίνα, αν με ακούς κάνε μπουρμπουλήθρες.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich hätte nicht gedacht, dass aus deinem Mund so ein Schwachsinn blubbern kann.Ποτέ δεν περίμενα να δω την στιγμή ότι κάποτε θα μίλαγες σαν αλήτης.

Übersetzung nicht bestätigt

Wollen wir's mal blubbern lassen? REED:Θες φουσκάλες, Ριντ (Βέλος);

Übersetzung nicht bestätigt

Hier hat in den letzten 40.000 Jahren ein tiefer Riss in der Erdkruste öligen Teer und Methan von weit unter der Erde an die Oberfläche blubbern lassen, was auf das endlose Treiben direkt unter unseren Füßen schließen lässt.Εδώ και 40.000 χρόνια, μια σχισμή στον φλοιό της γης... βγάζει μεθάνιο και πίσσα απ'τα έγκατα της γης. Μια αδιάκοπη δραστηριότητα κάτω απ'τα πόδια μας.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μουρμουρίζω, mourmourao">μουρμουράωμουρμουρίζουμε, μουρμουρίζομε
μουρμουρίζειςμουρμουρίζετε
μουρμουρίζειμουρμουρίζουν(ε)
Imper
fekt
μουρμούριζαμουρμουρίζαμε
μουρμούριζεςμουρμουρίζατε
μουρμούριζεμουρμούριζαν, μουρμουρίζαν(ε)
Aoristμουρμούρισαμουρμουρίσαμε
μουρμούρισεςμουρμουρίσατε
μουρμούρισεμουρμούρισαν, μουρμουρίσαν(ε)
Per
fekt
έχω μουρμουρίσειέχουμε μουρμουρίσει
έχεις μουρμουρίσειέχετε μουρμουρίσει
έχει μουρμουρίσειέχουν μουρμουρίσει
Plu
per
fekt
είχα μουρμουρίσειείχαμε μουρμουρίσει
είχες μουρμουρίσειείχατε μουρμουρίσει
είχε μουρμουρίσειείχαν μουρμουρίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μουρμουρίζωθα μουρμουρίζουμε, θα μουρμουρίζομε
θα μουρμουρίζειςθα μουρμουρίζετε
θα μουρμουρίζειθα μουρμουρίζουν(ε)
Fut
ur
θα μουρμουρίσωθα μουρμουρίσουμε, θα μουρμουρίζομε
θα μουρμουρίσειςθα μουρμουρίσετε
θα μουρμουρίσειθα μουρμουρίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μουρμουρίσειθα έχουμε μουρμουρίσει
θα έχεις μουρμουρίσειθα έχετε μουρμουρίσει
θα έχει μουρμουρίσειθα έχουν μουρμουρίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μουρμουρίζωνα μουρμουρίζουμε, να μουρμουρίζομε
να μουρμουρίζειςνα μουρμουρίζετε
να μουρμουρίζεινα μουρμουρίζουν(ε)
Aoristνα μουρμουρίσωνα μουρμουρίσουμε, να μουρμουρίσομε
να μουρμουρίσειςνα μουρμουρίσετε
να μουρμουρίσεινα μουρμουρίσουν(ε)
Perfνα έχω μουρμουρίσεινα έχουμε μουρμουρίσει
να έχεις μουρμουρίσεινα έχετε μουρμουρίσει
να έχει μουρμουρίσεινα έχουν μουρμουρίσει
Imper
ativ
Presμουρμούριζεμουρμουρίζετε
Aoristμουρμούρισεμουρμουρίσετε
Part
izip
Presμουρμουρίζοντας
Perfέχοντας μουρμουρίσει
InfinAoristμουρμουρίσει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback