μολύνω  Verb  [molino, molynw]

Ähnliche Bedeutung wie μολύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μολύνω

... από αυτά τα μέτρα δεν είναι διαθέσιμα στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Αν αίμα μολύνει το φαγητό στην προμάσηση (πρακτική που κάνουν κάποιες μητέρες ή συγγενείς ...

... υπολογιστή, το οποίο μπορεί να αντιγραφεί χωρίς παρέμβαση του χρήστη και να "μολύνει" τον υπολογιστή χωρίς τη γνώση ή την άδεια του χρήστη του. Ο αρχικός ιός ...

... SO3 Μη μολύνετε τα νερά με το σκεύασμα ή τη συσκευασία του. Αποφεύγετε τη διασπορά ψεκαστικών σταγονιδίων σε υδάτινες επιφάνειες. SO4 Μη μολύνετε τα νερά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zumüllen

... (Volltext als PDF) Annie Leonard: The Story of Stuff - Wie wir unsere Erde zumüllen. Econ, Berlin 2010, ISBN 978-3-430-20083-7. Helmut Paschlau, Ermbrecht ...

... den weißen Siedlern, durch moderne Landwirtschaft, Überdüngung und durch zumüllen zerstört worden sind. Das Ministry of Agriculture and Forestry (MAF) startete ...

... Detlef Borchers sprach 2005 in diesem Zusammenhang von „zuschlämmen“ und „zumüllen“. Eine weltanschaulich neutrale Darstellung philosophischer Sachverhalte ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΟΛΥΝΩ
I pollute
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μολύνωμολύνουμε, μολύνομεμολύνομαιμολυνόμαστε
μολύνειςμολύνετεμολύνεσαιμολύνεστε, μολυνόσαστε
μολύνειμολύνουν(ε)μολύνεταιμολύνονται
Imper
fekt
μόλυναμολύναμεμολυνόμουν(α)μολυνόμαστε, μολυνόμασταν
μόλυνεςμολύνατεμολυνόσουν(α)μολυνόσαστε, μολυνόσασταν
μόλυνεμόλυναν, μολύναν(ε)μολυνόταν(ε)μολύνονταν, μολυνόντανε, μολυνόντουσαν
Aoristμόλυναμολύναμεμολύνθηκαμολυνθήκαμε
μόλυνεςμολύνατεμολύνθηκεςμολυνθήκατε
μόλυνεμόλυναν, μολύναν(ε)μολύνθηκεμολύνθηκαν, μολυνθήκαν(ε)
Per
fect
έχω μολύνει
έχω μολυμένο
έχουμε μολύνει
έχουμε μολυμένο
έχω μολυνθεί
είμαι μολυμένος, -η
έχουμε μολυνθεί
είμαστε μολυμένοι, -ες
έχεις μολύνει
έχεις μολυμένο
έχετε μολύνει
έχετε μολυμένο
έχεις μολυνθεί
είσαι μολυμένος, -η
έχετε μολυνθεί
είστε μολυμένοι, -ες
έχει μολύνει
έχει μολυμένο
έχουν μολύνει
έχουν μολυμένο
έχει μολυνθεί
είναι μολυμένος, -η, -ο
έχουν μολυνθεί
είναι μολυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα μολύνει
είχα μολυμένο
είχαμε μολύνει
είχαμε μολυμένο
είχα μολυνθεί
ήμουν μολυμένος, -η
είχαμε μολυνθεί
ήμαστε μολυμένοι, -ες
είχες μολύνει
είχες μολυμένο
είχατε μολύνει
είχατε μολυμένο
είχες μολυνθεί
ήσουν μολυμένος, -η
είχατε μολυνθεί
ήσαστε μολυμένοι, -ες
είχε μολύνει
είχε μολυμένο
είχαν μολύνει
είχαν μολυμένο
είχε μολυνθεί
ήταν μολυμένος, -η, -ο
είχαν μολυνθεί
ήταν μολυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μολύνωθα μολύνουμε, θα μολύνομεθα μολύνομαιθα μολυνόμαστε
θα μολύνειςθα μολύνετεθα μολύνεσαιθα μολύνεστε, θα μολυνόσαστε
θα μολύνειθα μολύνουν(ε)θα μολύνεταιθα μολύνονται
Fut
ur
θα μολύνωθα μολύνουμε, θα μολύνομεθα μολυνθώθα μολυνθούμε
θα μολύνειςθα μολύνετεθα μολυνθείςθα μολυνθείτε
θα μολύνειθα μολύνουν(ε)θα μολυνθείθα μολυνθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μολύνει
θα έχω μολυμένο
θα έχουμε μολύνει
θα έχουμε μολυμένο
θα έχω μολυνθεί
θα είμαι μολυμένος, -η
θα έχουμε μολυνθεί
θα είμαστε μολυμένοι, -ες
θα έχεις μολύνει
θα έχεις μολυμένο
θα έχετε μολύνει
θα έχετε μολυμένο
θα έχεις μολυνθεί
θα είσαι μολυμένος, -η
θα έχετε μολυνθεί
θα είστε μολυμένοι, -ες
θα έχει μολύνει
θα έχει μολυμένο
θα έχουν μολύνει
θα έχουν μολυμένο
θα έχει μολυνθεί
θα είναι μολυμένος, -η, -ο
θα έχουν μολυνθεί
θα είναι μολυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μολύνωνα μολύνουμε, να μολύνομενα μολύνομαινα μολυνόμαστε
να μολύνειςνα μολύνετενα μολύνεσαινα μολύνεστε, να μολυνόσαστε
να μολύνεινα μολύνουν(ε)να μολύνεταινα μολύνονται
Aoristνα μολύνωνα μολύνουμε, να μολύνομενα μολυνθώνα μολυνθούμε
να μολύνειςνα μολύνετενα μολυνθείςνα μολυνθείτε
να μολύνεινα μολύνουν(ε)να μολυνθείνα μολυνθούν(ε)
Perfνα έχω μολύνει
να έχω μολυμένο
να έχουμε μολύνει
να έχουμε μολυμένο
να έχω μολυνθεί
να είμαι μολυμένος, -η
να έχουμε μολυνθεί
να είμαστε μολυμένοι, -ες
να έχεις μολύνει
να έχεις μολυμένο
να έχετε μολύνει
να έχετε μολυμένο
να έχεις μολυνθεί
να είσαι μολυμένος, -η
να έχετε μολυνθεί
να είστε μολυμένοι, -ες
να έχει μολύνει
να έχει μολυμένο
να έχουν μολύνει
να έχουν μολυμένο
να έχει μολυνθεί
να είναι μολυμένος, -η, -ο
να έχουν μολυνθεί
να είναι μολυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμόλυνεμολύνετεμολύνεστε
Aoristμόλυνεμολύνετεμολύνσουμολυνθείτε
Part
izip
Presμολύνοντας
Perfέχοντας μολύνει, έχοντας μολυμένομολυμένος, -η, -ομολυμένοι, -ες, -α
InfinAoristμολύνειμολυνθεί












Griechische Definition zu μολύνω

μολύνω [molíno] -ομαι : 1. προκαλώ μόλυνση σε κπ. ή σε κτ.: Θα μολύνεις την πληγή, αν την αγγίζεις με βρόμικα χέρια. Mολυσμένο αίμα. || ρυπαίνω βαθμιαία το περιβάλλον με ουσίες που είναι βλαβερές για τον άνθρωπο και για τους άλλους ζωντανούς οργανισμούς και οφείλονται στην αλόγιστη βιομηχανική ανάπτυξη: Mολυσμένος αέρας. Mολυσμένη ατμόσφαιρα / θάλασσα. Παραλία μολυσμένη και επομένως ακατάλληλη για μπάνιο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μολύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15