μεταφράζω  Verb  [metafrazo, metafrazw]

Ähnliche Bedeutung wie μεταφράζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μεταφράζω

... σύγχρονες γλώσσες) προέρχεται από τη λατινική φράση «res publica» που μεταφράζεται ως «πολιτικό πράγμα». Η παράδοση όριζε πως οι νόμοι μπορούσαν μόνο να ...

... δεκαετίας του 1920, το έργο του γινόταν ευρύτερα γνωστό, ενώ τα βιβλία του μεταφράζονταν και γίνονταν περιζήτητα. Η αύξηση της δημοτικότητάς του αντιμετωπιζόταν ...

... συνοψίζεται στη φράση «tu regere imperio populos, Romane, memento», που μεταφράζεται «Θυμήσου, Ρωμαίε, να κυβερνάς με τη δύναμη τους λαούς του κόσμου». Η ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze übersetzen

... Die Mathematiker sind eine Art Franzosen: redet man zu ihnen, so übersetzen sie es in ihre Sprache, und dann ist es alsobald ganz etwas anders. ...

... Übersetze den Satz, den du übersetzen willst. Lass dich nicht von den Übersetzungen in andere Sprachen beeinflussen. ...

... Bitte übersetzen Sie diesen japanischen Text ins Französische. ...

Quelle: xtofu80, lilygilder, Manfredo

Grammatik



ΜΕΤΑΦΡΑΖΩ
I translate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μεταφράζωμεταφράζουμε, μεταφράζομεμεταφράζομαιμεταφραζόμαστε
μεταφράζειςμεταφράζετεμεταφράζεσαιμεταφράζεστε, μεταφραζόσαστε
μεταφράζειμεταφράζουν(ε)μεταφράζεταιμεταφράζονται
Imper
fekt
μετέφραζα, μετάφραζαμεταφράζαμεμεταφραζόμουναμεταφραζόμαστε, μεταφραζόμασταν
μετέφραζες, μετάφραζεςμεταφράζατεμεταφραζόσουναμεταφραζόσαστε, μεταφραζόσασταν
μετέφραζε, μετάφραζεμετέφραζαν, μετάφραζαν, μεταφράζαν(ε)μεταφραζότανεμεταφράζονταν, μεταφραζόντανε, μεταφραζόντουσαν
Aoristμετέφρασα, μετάφρασαμεταφράσαμεμεταφράστηκαμεταφραστήκαμε
μετέφρασες, μετάφρασεςμεταφράσατεμεταφράστηκεςμεταφραστήκατε
μετέφρασε, μετάφρασεμετέφρασαν, μετάφρασαν, μεταφράσαν(ε)μεταφράστηκεμεταφράστηκαν, μεταφραστήκανε
Per
fect
έχω μεταφράσει
έχω μεταφρασμένο
έχουμε μεταφράσει
έχουμε μεταφρασμένο
έχω μεταφραστεί
είμαι μεταφρασμένος, -η
έχουμε μεταφραστεί
είμαστε μεταφρασμένοι, -ες
έχεις μεταφράσει
έχεις μεταφρασμένο
έχετε μεταφράσει
έχετε μεταφρασμένο
έχεις μεταφραστεί
είσαι μεταφρασμένος, -η
έχετε μεταφραστεί
είστε μεταφρασμένοι, -ες
έχει μεταφράσει
έχει μεταφρασμένο
έχουν μεταφράσει
έχουν μεταφρασμένο
έχει μεταφραστεί
είναι μεταφρασμένος, -η, -ο
έχουν μεταφραστεί
είναι μεταφρασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα μεταφράσει
είχα μεταφρασμένο
είχαμε μεταφράσει
είχαμε μεταφρασμένο
είχα μεταφραστεί
ήμουν μεταφρασμένος, -η
είχαμε μεταφραστεί
ήμαστε μεταφρασμένοι, -ες
είχες μεταφράσει
είχες μεταφρασμένο
είχατε μεταφράσει
είχατε μεταφρασμένο
είχες μεταφραστεί
ήσουν μεταφρασμένος, -η
είχατε μεταφραστεί
ήσαστε μεταφρασμένοι, -ες
είχε μεταφράσει
είχε μεταφρασμένο
είχαν μεταφράσει
είχαν μεταφρασμένο
είχε μεταφραστεί
ήταν μεταφρασμένος, -η, -ο
είχαν μεταφραστεί
ήταν μεταφρασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μεταφράζωθα μεταφράζουμε, θα μεταφράζομεθα μεταφράζομαιθα μεταφραζόμαστε
θα μεταφράζειςθα μεταφράζετεθα μεταφράζεσαιθα μεταφράζεστε, θα μεταφραζόσαστε
θα μεταφράζειθα μεταφράζουν(ε)θα μεταφράζεταιθα μεταφράζονται
Fut
ur
θα μεταφράσωθα μεταφράσουμε, θα μεταφράσομεθα μεταφραστώθα μεταφραστούμε
θα μεταφράσειςθα μεταφράσετεθα μεταφραστείςθα μεταφραστείτε
θα μεταφράσειθα μεταφράσουν(ε)θα μεταφραστείθα μεταφραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μεταφράσει
θα έχω μεταφρασμένο
θα έχουμε μεταφράσει
θα έχουμε μεταφρασμένο
θα έχω μεταφραστεί
θα είμαι μεταφρασμένος, -η
θα έχουμε μεταφραστεί
θα είμαστε μεταφρασμένοι, -ες
θα έχεις μεταφράσει
θα έχεις μεταφρασμένο
θα έχετε μεταφράσει
θα έχετε μεταφρασμένο
θα έχεις μεταφραστεί
θα είσαι μεταφρασμένος, -η
θα έχετε μεταφράστει
θα είστε μεταφρασμένοι, -ες
θα έχει μεταφράσει
θα έχει μεταφρασμένο
θα έχουν μεταφράσει
θα έχουν μεταφρασμένο
θα έχει μεταφραστεί
θα είναι μεταφρασμένος, -η, -ο
θα έχουν μεταφραστεί
θα είναι μεταφρασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μεταφράζωνα μεταφράζουμε, να μεταφράζομενα μεταφράζομαινα μεταφραζόμαστε
να μεταφράζειςνα μεταφράζετενα μεταφράζεσαινα μεταφράζεστε, να μεταφραζόσαστε
να μεταφράζεινα μεταφράζουν(ε)να μεταφράζεταινα μεταφράζονται
Aoristνα μεταφράσωνα μεταφράσουμε, να μεταφράσομενα μεταφραστώνα μεταφραστούμε
να μεταφράσειςνα μεταφράσετενα μεταφραστείςνα μεταφραστείτε
να μεταφράσεινα μεταφράσουννα μεταφραστείνα μεταφραστούν(ε)
Perf να έχω μεταφράσει
να έχω μεταφρασμένο
να έχουμε μεταφράσει
να έχουμε μεταφρασμένο
να έχω μεταφραστεί
να είμαι μεταφρασμένος, -η
να έχουμε μεταφραστεί
να είμαστε μεταφρασμένοι, -ες
να έχεις μεταφράσει
να έχεις μεταφρασμένο
να έχετε μεταφράσει
να έχετε μεταφρασμένο
να έχεις μεταφραστεί
να είσαι μεταφρασμένος, -η
να έχετε μεταφραστεί
να είστε μεταφρασμένοι, -ες
να έχει μεταφράσει
να έχει μεταφρασμένο
να έχουν μεταφράσει
να έχουν μεταφρασμένο
να έχει μεταφραστεί
να είναι μεταφρασμένος, -η, -ο
να έχουν μεταφραστεί
να είναι μεταφρασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμετάφραζεμεταφράζετεμεταφράζεστε
Aoristμετέφρασεμεταφράστεμεταφράσουμεταφραστείτε
Part
izip
Presμεταφράζονταςμεταφραζόμενος
Perfέχοντας μεταφράσει, έχοντας μεταφρασμένομεταφρασμένος, -η, -ομεταφρασμένοι, -ες, -α
InfinAoristμεταφράσειμεταφραστεί






Griechische Definition zu μεταφράζω

μεταφράζω [metafrázo] -ομαι Ρ αόρ. μετέφρασα και (προφ., σπάν.) μετά φρασα, απαρέμφ. μεταφράσει, παθ. αόρ. μεταφράστηκα, απαρέμφ. μετα φραστεί, μππ. μεταφρασμένος : 1. μεταφέρω προφορικό ή γραπτό λόγο σε άλλη γλώσσα: μεταφράζω ένα κείμενο / βιβλίο. Bιβλίο που μεταφράστηκε σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Tο κείμενο δεν είναι πρωτότυπο αλλά μεταφρασμένο από τα αγγλικά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μεταφράζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15