μεταβάλλω  Verb  [metavallo, metaballw]

Ähnliche Bedeutung wie μεταβάλλω


Beispielsätze μεταβάλλω

... πρακτικά σταθερή. Όσον αφορά τα αέρια σώματα, η πυκνότητα τους μεταβάλλεται εύκολα, όταν μεταβάλλεται η πίεση ή/και η θερμοκρασία. Προσοχή: Η έκφραση σωματιδιακή ...

... μονάδα του χρόνου. Η συχνότητα χαρακτηρίζει οποιοδήποτε φυσικό μέγεθος μεταβάλλεται περιοδικά, δηλαδή επαναλαμβάνει τις ίδιες τιμές σε τακτά χρονικά διαστήματα ...

... καθώς και το εύρος της μεταβολής της λαμπρότητας αυτού. Παράλληλα όμως μεταβάλλονται και άλλα φυσικά χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων αστέρων που δημιουργούν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich verwandeln

... Wanderfalken ist. Zu einem solchen kann sich Miss Peregrine, die ein Syndrigasti ist, im Film und im Buch verwandeln, was neben der Manipulation der Zeit ...

... die Regel, dass er sich nicht bewegen durfte, immer wieder zu Diskussionen, sobald der Ball gehalten oder verschossen wurde. Hatte sich der Torwart tatsächlich ...

... genannt, ist in Mythologie, Sage und Dichtung ein Mensch, der sich in einen Wolf verwandeln kann. Als Phänomen gehört er zum großen Komplex der Wertiere ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΕΤΑΒΑΛΛΩ
I convert
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μεταβάλλωμεταβάλλουμε, μεταβάλλομεμεταβάλλομαιμεταβαλλόμαστε
μεταβάλλειςμεταβάλλετεμεταβάλλεσαιμεταβάλλεστε, μεταβαλλόσαστε
μεταβάλλειμεταβάλλουν(ε)μεταβάλλεταιμεταβάλλονται
Imper
fekt
μετέβαλλαμεταβάλλαμεμεταβαλλόμουν(α)μεταβαλλόμαστε
μετέβαλλεςμεταβάλλατεμεταβαλλόσουν(α)μεταβαλλόσαστε
μετέβαλλεμετέβαλλαν, μεταβάλλαν(ε)μεταβαλλόταν(ε)μεταβάλλονταν
Aoristμετέβαλαμεταβάλαμεμεταβλήθηκαμεταβληθήκαμε
μετέβαλεςμεταβάλατεμεταβλήθηκεςμεταβληθήκατε
μετέβαλεμετέβαλαν, μεταβάλαν(ε)μεταβλήθηκεμεταβλήθηκαν, μεταβληθήκαν(ε)
Per
fect
έχω μεταβάλειέχουμε μεταβάλειέχω μεταβληθεί
είμαι μεταβεβλημένος, -η
έχουμε μεταβληθεί
είμαστε μεταβεβλημένοι, -ες
έχεις μεταβάλειέχετε μεταβάλειέχεις μεταβληθεί
είσαι μεταβεβλημένος, -η
έχετε μεταβληθεί
είστε μεταβεβλημένοι, -ες
έχει μεταβάλειέχουν μεταβάλειέχει μεταβληθεί
είναι μεταβεβλημένος, -η, -ο
έχουν μεταβληθεί
είναι μεταβεβλημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα μεταβάλειείχαμε μεταβάλειείχα μεταβληθεί
ήμουν μεταβεβλημένος, -η
είχαμε μεταβληθεί
ήμαστε μεταβεβλημένοι, -ες
είχες μεταβάλειείχατε μεταβάλειείχες μεταβληθεί
ήσουν μεταβεβλημένος, -η
είχατε μεταβληθεί
ήσαστε μεταβεβλημένοι, -ες
είχε μεταβάλειείχαν μεταβάλειείχε μεταβληθεί
ήταν μεταβεβλημένος, -η, -ο
είχαν μεταβληθεί
ήταν μεταβεβλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μεταβάλλωθα μεταβάλλουμε, θα μεταβάλλομεθα μεταβάλλομαιθα μεταβαλλόμαστε
θα μεταβάλλειςθα μεταβάλλετεθα μεταβάλλεσαιθα μεταβάλλεστε, θα μεταβαλλόσαστε
θα μεταβάλλειθα μεταβάλλουν(ε)θα μεταβάλλεταιθα μεταβάλλονται
Fut
ur
θα μεταβάλωθα μεταβάλουμε, θα μεταβάλομεθα μεταβληθώθα μεταβληθούμε
θα μεταβάλειςθα μεταβάλετεθα μεταβληθείςθα μεταβληθείτε
θα μεταβάλειθα μεταβάλουν(ε)θα μεταβληθείθα μεταβληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μεταβάλειθα έχουμε μεταβάλειθα έχω μεταβληθεί
θα είμαι μεταβεβλημένος, -η
θα έχουμε μεταβληθεί
θα είμαστε μεταβεβλημένοι, -ες
θα έχεις μεταβάλειθα έχετε μεταβάλειθα έχεις μεταβληθεί
θα είσαι μεταβεβλημένος, -η
θα έχετε μεταβάλει
θα είστε μεταβεβλημένοι, -ες
θα έχει μεταβάλειθα έχουν μεταβάλειθα έχει μεταβληθεί
θα είναι μεταβεβλημένος, -η, -ο
θα έχουν μεταβληθεί
θα είναι μεταβεβλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μεταβάλλωνα μεταβάλλουμε, να μεταβάλλομενα μεταβάλλομαινα μεταβαλλόμαστε
να μεταβάλλειςνα μεταβάλλετενα μεταβάλλεσαινα μεταβάλλεστε, να μεταβαλλόσαστε
να μεταβάλλεινα μεταβάλλουνενα μεταβάλλεταινα μεταβάλλονται
Aoristνα μεταβάλωνα μεταβάλουμενα μεταβληθώνα μεταβληθούμε
να μεταβάλειςνα μεταβάλετενα μεταβληθείςνα μεταβληθείτε
να μεταβάλεινα μεταβάλουν(ε)να μεταβληθείνα μεταβληθούν(ε)
Perfνα έχω μεταβάλεινα έχουμε μεταβάλεινα έχω μεταβληθεί
να είμαι μεταβεβλημένος, -η
να έχουμε μεταβληθεί
να είμαστε μεταβεβλημένοι, -ες
να έχεις μεταβάλεινα έχετε μεταβάλεινα έχεις μεταβληθεί
να είσαι μεταβεβλημένος, -η
να έχετε μεταβληθεί
να είστε μεταβεβλημένοι, -ες
να έχει μεταβάλεινα έχουν μεταβάλεινα έχει μεταβληθεί
να είναι μεταβεβλημένος, -η, -ο
να έχουν μεταβληθεί
να είναι μεταβεβλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμετάβαλλεμεταβάλλετεμεταβάλλεστε
Aoristμετάβαλεμεταβάλετεμεταβληθείτε
Part
izip
Presμεταβάλλονταςμεταβαλλόμενος
Perfέχοντας μεταβάλειμεταβεβλημένος, -η, -ομεταβεβλημένοι, -ες, -α
InfinAoristμεταβάλειμεταβληθεί




Griechische Definition zu μεταβάλλω

μεταβάλλω [metaválo] -ομαι Ρ πρτ. μετέβαλλα, αόρ. μετέβαλα, απαρέμφ. μεταβάλει, παθ. αόρ. μεταβλήθηκα, γ' πρόσ. (λόγ., σπάν.) και μετεβλήθη, μετεβλήθησαν, απαρέμφ. μεταβληθεί, μππ. μεταβεβλημένος* : κάνω κτ. διαφορετικό από ό,τι ήταν, το αλλάζω. μεταβάλλω γνώμη / άποψη. Tο πλοίο μεταβάλλει πορεία. Tο νερό, όταν ψύχεται, μεταβάλλεται σε πάγο ενώ, όταν θερμαίνεται, σε υδρατμούς.

[λόγ. < αρχ. μεταβάλλω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μεταβάλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15