μεγαλοποιώ Verb  [megalopio, meralopio, megalopoiw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Anzeige

Etymologie zu μεγαλοποιώ

μεγαλοποιώ μεγάλος + -ποιώ


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu μεγαλοποιώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μεγαλοποιώμεγαλοποιούμεμεγαλοποιούμαιμεγαλοποιούμαστε, μεγαλοποιόμαστε
μεγαλοποιείςμεγαλοποιείτεμεγαλοποιείσαιμεγαλοποιείστε, μεγαλοποιόσαστε
μεγαλοποιείμεγαλοποιούν(ε)μεγαλοποιείταιμεγαλοποιούνται
Imper
fekt
μεγαλοποιούσαμεγαλοποιούσαμεμεγαλοποιούμουν
μεγαλοπιόμουν(α)
μεγαλοποιούμαστε
μεγαλοποιόμαστε, μεγαλοποιόμασταν
μεγαλοποιούσεςμεγαλοποιούσατεμεγαλοποιόσουν(α)μεγαλοποιόσαστε, μεγαλοποιόσασταν
μεγαλοποιούσεμεγαλοποιούσαν(ε)μεγαλοποιούνταν, μεγαλοποιείτο
μεγαλοποιόταν(ε)
μεγαλοποιούνταν, μεγαλοποιούντο
μεγαλοποιόνταν(ε), μεγαλοποιόντουσαν
Aoristμεγαλοποίησαμεγαλοποιήσαμεμεγαλοποιήθηκαμεγαλοποιηθήκαμε
μεγαλοποίησεςμεγαλοποιήσατεμεγαλοποιήθηκεςμεγαλοποιηθήκατε
μεγαλοποίησεμεγαλοποίησαν, μεγαλοποιήσαν(ε)μεγαλοποιήθηκεμεγαλοποιήθηκαν, μεγαλοποιηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μεγαλοποιήσει
έχω μεγαλοποιημένο
έχουμε μεγαλοποιήσει
έχουμε μεγαλοποιημένο
έχω μεγαλοποιηθεί
είμαι μεγαλοποιημένος, -η
έχουμε μεγαλοποιηθεί
είμαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
έχεις μεγαλοποιήσει
έχεις μεγαλοποιημένο
έχετε μεγαλοποιήσει
έχετε μεγαλοποιημένο
έχεις μεγαλοποιηθεί
είσαι μεγαλοποιημένος, -η
έχετε μεγαλοποιηθεί
είστε μεγαλοποιημένοι, -ες
έχει μεγαλοποιήσει
έχει μεγαλοποιημένο
έχουν μεγαλοποιήσει
έχουν μεγαλοποιημένο
έχει μεγαλοποιηθεί
είναι μεγαλοποιημένος, -η, -ο
έχουν μεγαλοποιηθεί
είναι μεγαλοποιημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα μεγαλοποιήσει
είχα μεγαλοποιημένο
είχαμε μεγαλοποιήσει
είχαμε μεγαλοποιημένο
είχα μεγαλοποιηθεί
ήμουν μεγαλοποιημένος, -η
είχαμε μεγαλοποιηθεί
ήμαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
είχες μεγαλοποιήσει
είχες μεγαλοποιημένο
είχατε μεγαλοποιήσει
είχατε μεγαλοποιημένο
είχες μεγαλοποιηθεί
ήσουν μεγαλοποιημένος, -η
είχατε μεγαλοποιηθεί
ήσαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
είχε μεγαλοποιήσει
είχε μεγαλοποιημένο
είχαν μεγαλοποιήσει
είχαν μεγαλοποιημένο
είχε μεγαλοποιηθεί
ήταν μεγαλοποιημένος, -η, -ο
είχαν μεγαλοποιηθεί
ήταν μεγαλοποιημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μεγαλοποιώθα μεγαλοποιούμεθα μεγαλοποιούμαιθα μεγαλοποιούμαστε, θα μεγαλοποιόμαστε
θα μεγαλοποιείςθα μεγαλοποιείτεθα μεγαλοποιείσαιθα μεγαλοποιείστε, θα μεγαλοποιόσαστε
θα μεγαλοποιείθα μεγαλοποιούν(ε)θα μεγαλοποιείταιθα μεγαλοποιούνται
Fut
ur
θα μεγαλοποιήσωθα μεγαλοποιήσουμεθα μεγαλοποιηθώθα μεγαλοποιηθούμε
θα μεγαλοποιήσειςθα μεγαλοποιήσετεθα μεγαλοποιηθείςθα μεγαλοποιηθείτε
θα μεγαλοποιήσειθα μεγαλοποιήσουν(ε)θα μεγαλοποιηθείθα μεγαλοποιηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μεγαλοποιήσει
θα έχω μεγαλοποιημένο
θα έχουμε μεγαλοποιήσει
θα έχουμε μεγαλοποιημένο
θα έχω μεγαλοποιηθεί
θα είμαι μεγαλοποιημένος, -η
θα έχουμε μεγαλοποιηθεί
θα είμαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
θα έχεις μεγαλοποιήσει
θα έχεις μεγαλοποιημένο
θα έχετε μεγαλοποιήσει
θα έχετε μεγαλοποιημένο
θα έχεις μεγαλοποιηθεί
θα είσαι μεγαλοποιημένος, -η
θα έχετε μεγαλοποιηθεί
θα είστε μεγαλοποιημένοι, -η
θα έχει μεγαλοποιήσει
θα έχει μεγαλοποιημένο
θα έχουν μεγαλοποιήσει
θα έχουν μεγαλοποιημένο
θα έχει μεγαλοποιηθεί
θα είναι μεγαλοποιημένος, -η, -ο
θα έχουν μεγαλοποιηθεί
θα είναι μεγαλοποιημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μεγαλοποιώνα μεγαλοποιούμενα μεγαλοποιούμαινα μεγαλοποιούμαστε, να μεγαλοποιόμαστε
να μεγαλοποιείςνα μεγαλοποιείτενα μεγαλοποιείσαινα μεγαλοποιείστε, να μεγαλοποιόσαστε
να μεγαλοποιείνα μεγαλοποιούν(ε)να μεγαλοποιείταινα μεγαλοποιούνται
Aoristνα μεγαλοποιήσωνα μεγαλοποιήσουμε, να μεγαλοποιήσομενα μεγαλοποιηθώνα μεγαλοποιηθούμε
να μεγαλοποιήσειςνα μεγαλοποιήσετενα μεγαλοποιηθείςνα μεγαλοποιηθείτε
να μεγαλοποιήσεινα μεγαλοποιήσουν(ε)να μεγαλοποιηθείνα μεγαλοποιηθούν(ε)
Perfνα έχω μεγαλοποιήσει
να έχω μεγαλοποιημένο
να έχουμε μεγαλοποιήσει
να έχουμε μεγαλοποιημένο
να έχω μεγαλοποιηθεί
να είμαι μεγαλοποιημένος, -η
να έχουμε μεγαλοποιηθεί
να είμαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
να έχεις μεγαλοποιήσει
να έχεις μεγαλοποιημένο
να έχετε μεγαλοποιήσει
να έχετε μεγαλοποιημένο
να έχεις μεγαλοποιηθεί
να είσαι μεγαλοποιημένος, -η
να έχετε μεγαλοποιηθεί
να είστε μεγαλοποιημένοι, -ες
να έχει μεγαλοποιήσει
να έχει μεγαλοποιημένο
να έχουν μεγαλοποιήσει
να έχουν μεγαλοποιημένο
να έχει μεγαλοποιηθεί
να είναι μεγαλοποιημένος, -η, -ο
να έχουν μεγαλοποιηθεί
να είναι μεγαλοποιημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμεγαλοποιείτεμεγαλοποιείστε
Aoristμεγαλοποίησεμεγαλοποιήστε, μεγαλοποιήσετεμεγαλοποιήσουμεγαλοποιηθείτε
Part
izip
Presμεγαλοποιώντας
Perfέχοντας μεγαλοποιήσει, έχοντας μεγαλοποιημένομεγαλοποιημένος, -η, -ομεγαλοποιημένοι, -ες, -α
InfinAoristμεγαλοποιήσειμεγαλοποιηθεί









Griechische Definition zu μεγαλοποιώ

μεγαλοποιώ [meγalopió] -ούμαι : παριστάνω κτ. ως μεγαλύτερο ή σπουδαιότερο από ό,τι πραγματικά είναι: Mεγαλοποιεί τις επιτυχίες του για να προκαλέσει εντύπωση. Mεγαλοποιεί τους κινδύνους / τις δυσκολίες.

[λόγ. < ελνστ. μεγαλοποιῶ `μεγεθύνω΄]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback