μεγαλοποιώ  Verb  [megalopio, meralopio, megalopoiw]

Ähnliche Bedeutung wie μεγαλοποιώ

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΜΕΓΑΛΟΠΟΙΩ
I exagerrate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μεγαλοποιώμεγαλοποιούμεμεγαλοποιούμαιμεγαλοποιούμαστε, μεγαλοποιόμαστε
μεγαλοποιείςμεγαλοποιείτεμεγαλοποιείσαιμεγαλοποιείστε, μεγαλοποιόσαστε
μεγαλοποιείμεγαλοποιούν(ε)μεγαλοποιείταιμεγαλοποιούνται
Imper
fekt
μεγαλοποιούσαμεγαλοποιούσαμεμεγαλοποιούμουν
μεγαλοπιόμουν(α)
μεγαλοποιούμαστε
μεγαλοποιόμαστε, μεγαλοποιόμασταν
μεγαλοποιούσεςμεγαλοποιούσατεμεγαλοποιόσουν(α)μεγαλοποιόσαστε, μεγαλοποιόσασταν
μεγαλοποιούσεμεγαλοποιούσαν(ε)μεγαλοποιούνταν, μεγαλοποιείτο
μεγαλοποιόταν(ε)
μεγαλοποιούνταν, μεγαλοποιούντο
μεγαλοποιόνταν(ε), μεγαλοποιόντουσαν
Aoristμεγαλοποίησαμεγαλοποιήσαμεμεγαλοποιήθηκαμεγαλοποιηθήκαμε
μεγαλοποίησεςμεγαλοποιήσατεμεγαλοποιήθηκεςμεγαλοποιηθήκατε
μεγαλοποίησεμεγαλοποίησαν, μεγαλοποιήσαν(ε)μεγαλοποιήθηκεμεγαλοποιήθηκαν, μεγαλοποιηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μεγαλοποιήσει
έχω μεγαλοποιημένο
έχουμε μεγαλοποιήσει
έχουμε μεγαλοποιημένο
έχω μεγαλοποιηθεί
είμαι μεγαλοποιημένος, -η
έχουμε μεγαλοποιηθεί
είμαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
έχεις μεγαλοποιήσει
έχεις μεγαλοποιημένο
έχετε μεγαλοποιήσει
έχετε μεγαλοποιημένο
έχεις μεγαλοποιηθεί
είσαι μεγαλοποιημένος, -η
έχετε μεγαλοποιηθεί
είστε μεγαλοποιημένοι, -ες
έχει μεγαλοποιήσει
έχει μεγαλοποιημένο
έχουν μεγαλοποιήσει
έχουν μεγαλοποιημένο
έχει μεγαλοποιηθεί
είναι μεγαλοποιημένος, -η, -ο
έχουν μεγαλοποιηθεί
είναι μεγαλοποιημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα μεγαλοποιήσει
είχα μεγαλοποιημένο
είχαμε μεγαλοποιήσει
είχαμε μεγαλοποιημένο
είχα μεγαλοποιηθεί
ήμουν μεγαλοποιημένος, -η
είχαμε μεγαλοποιηθεί
ήμαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
είχες μεγαλοποιήσει
είχες μεγαλοποιημένο
είχατε μεγαλοποιήσει
είχατε μεγαλοποιημένο
είχες μεγαλοποιηθεί
ήσουν μεγαλοποιημένος, -η
είχατε μεγαλοποιηθεί
ήσαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
είχε μεγαλοποιήσει
είχε μεγαλοποιημένο
είχαν μεγαλοποιήσει
είχαν μεγαλοποιημένο
είχε μεγαλοποιηθεί
ήταν μεγαλοποιημένος, -η, -ο
είχαν μεγαλοποιηθεί
ήταν μεγαλοποιημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μεγαλοποιώθα μεγαλοποιούμεθα μεγαλοποιούμαιθα μεγαλοποιούμαστε, θα μεγαλοποιόμαστε
θα μεγαλοποιείςθα μεγαλοποιείτεθα μεγαλοποιείσαιθα μεγαλοποιείστε, θα μεγαλοποιόσαστε
θα μεγαλοποιείθα μεγαλοποιούν(ε)θα μεγαλοποιείταιθα μεγαλοποιούνται
Fut
ur
θα μεγαλοποιήσωθα μεγαλοποιήσουμεθα μεγαλοποιηθώθα μεγαλοποιηθούμε
θα μεγαλοποιήσειςθα μεγαλοποιήσετεθα μεγαλοποιηθείςθα μεγαλοποιηθείτε
θα μεγαλοποιήσειθα μεγαλοποιήσουν(ε)θα μεγαλοποιηθείθα μεγαλοποιηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μεγαλοποιήσει
θα έχω μεγαλοποιημένο
θα έχουμε μεγαλοποιήσει
θα έχουμε μεγαλοποιημένο
θα έχω μεγαλοποιηθεί
θα είμαι μεγαλοποιημένος, -η
θα έχουμε μεγαλοποιηθεί
θα είμαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
θα έχεις μεγαλοποιήσει
θα έχεις μεγαλοποιημένο
θα έχετε μεγαλοποιήσει
θα έχετε μεγαλοποιημένο
θα έχεις μεγαλοποιηθεί
θα είσαι μεγαλοποιημένος, -η
θα έχετε μεγαλοποιηθεί
θα είστε μεγαλοποιημένοι, -η
θα έχει μεγαλοποιήσει
θα έχει μεγαλοποιημένο
θα έχουν μεγαλοποιήσει
θα έχουν μεγαλοποιημένο
θα έχει μεγαλοποιηθεί
θα είναι μεγαλοποιημένος, -η, -ο
θα έχουν μεγαλοποιηθεί
θα είναι μεγαλοποιημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μεγαλοποιώνα μεγαλοποιούμενα μεγαλοποιούμαινα μεγαλοποιούμαστε, να μεγαλοποιόμαστε
να μεγαλοποιείςνα μεγαλοποιείτενα μεγαλοποιείσαινα μεγαλοποιείστε, να μεγαλοποιόσαστε
να μεγαλοποιείνα μεγαλοποιούν(ε)να μεγαλοποιείταινα μεγαλοποιούνται
Aoristνα μεγαλοποιήσωνα μεγαλοποιήσουμε, να μεγαλοποιήσομενα μεγαλοποιηθώνα μεγαλοποιηθούμε
να μεγαλοποιήσειςνα μεγαλοποιήσετενα μεγαλοποιηθείςνα μεγαλοποιηθείτε
να μεγαλοποιήσεινα μεγαλοποιήσουν(ε)να μεγαλοποιηθείνα μεγαλοποιηθούν(ε)
Perfνα έχω μεγαλοποιήσει
να έχω μεγαλοποιημένο
να έχουμε μεγαλοποιήσει
να έχουμε μεγαλοποιημένο
να έχω μεγαλοποιηθεί
να είμαι μεγαλοποιημένος, -η
να έχουμε μεγαλοποιηθεί
να είμαστε μεγαλοποιημένοι, -ες
να έχεις μεγαλοποιήσει
να έχεις μεγαλοποιημένο
να έχετε μεγαλοποιήσει
να έχετε μεγαλοποιημένο
να έχεις μεγαλοποιηθεί
να είσαι μεγαλοποιημένος, -η
να έχετε μεγαλοποιηθεί
να είστε μεγαλοποιημένοι, -ες
να έχει μεγαλοποιήσει
να έχει μεγαλοποιημένο
να έχουν μεγαλοποιήσει
να έχουν μεγαλοποιημένο
να έχει μεγαλοποιηθεί
να είναι μεγαλοποιημένος, -η, -ο
να έχουν μεγαλοποιηθεί
να είναι μεγαλοποιημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμεγαλοποιείτεμεγαλοποιείστε
Aoristμεγαλοποίησεμεγαλοποιήστε, μεγαλοποιήσετεμεγαλοποιήσουμεγαλοποιηθείτε
Part
izip
Presμεγαλοποιώντας
Perfέχοντας μεγαλοποιήσει, έχοντας μεγαλοποιημένομεγαλοποιημένος, -η, -ομεγαλοποιημένοι, -ες, -α
InfinAoristμεγαλοποιήσειμεγαλοποιηθεί








Griechische Definition zu μεγαλοποιώ

μεγαλοποιώ [meγalopió] -ούμαι : παριστάνω κτ. ως μεγαλύτερο ή σπουδαιότερο από ό,τι πραγματικά είναι: Mεγαλοποιεί τις επιτυχίες του για να προκαλέσει εντύπωση. Mεγαλοποιεί τους κινδύνους / τις δυσκολίες.

[λόγ. < ελνστ. μεγαλοποιῶ `μεγεθύνω΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μεγαλοποιώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15