ματώνω  Verb  [matono, matwnw]

Ähnliche Bedeutung wie ματώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ματώνω

... Αντώνη Ρέμου και του Σάκη Ρουβά στο Απόλλων Palace. Το 2005 το άλμπουμ "Ματώνω" τιμήθηκε με το βραβείο "Αρίων". Tο χειμώνα 2009-2010 συνεργάστηκε με τον ...

... έχει ασκηθεί έντονη κριτική στο πρόσωπό του, αφού εκτός των άλλων, ο ίδιος μάτωνε εσκεμμένα μερικές φορές για να ρίξει το αίμα του πάνω στις πληγές που είχε ...

... πλοία, τα λεγόμενα και κάτεργα, αυτές οι μαστιγώσεις, από τις οποίες και μάτωναν οι γυμνές ράχες των κωπηλατών, αποτελούσαν και τον ρυθμό της αράνκα! ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze blutig schlagen

... Auch in den (tragenden) Gelenken wie Knie, Sprunggelenk, Hüfte können blutige Gelenkergüsse entstehen und bei wiederholtem Auftreten die Entstehung einer ...

... Der blutige Pfad Gottes (Originaltitel The Boondock Saints; Untertitel: Missionare des Todes) aus dem Jahr 1999 ist ein kanadisch-US-amerikanischer schwarzhumoriger ...

... Oktober 1642 (nach neuem Kalender: 2. November 1642) war nicht weniger blutig als die erste, obwohl von geringerer Bedeutung. Torstensson, der eben Leipzig ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΑΤΩΝΩ
I bleed
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ματώνωματώνουμε, ματώνομε
ματώνειςματώνετε
ματώνειματώνουν(ε)
Imper
fekt
μάτωναματώναμε
μάτωνεςματώνατε
μάτωνεμάτωναν, ματώναν(ε)
Aoristμάτωσαματώσαμε
μάτωσεςματώσατε
μάτωσεμάτωσαν, ματώσαν(ε)
Per
fect
έχω ματώσει
έχω ματωμένο
έχουμε ματώσει
έχουμε ματωμένο
έχεις ματώσει
έχεις ματωμένο
έχετε ματώσει
έχετε ματωμένο
έχει ματώσει
έχει ματωμένο
έχουν ματώσει
έχουν ματωμένο
Plu
per
fect
είχα ματώσει
είχα ματωμένο
είχαμε ματώσει
είχαμε ματωμένο
είχες ματώσει
είχες ματωμένο
είχατε ματώσει
είχατε ματωμένο
είχε ματώσει
είχε ματωμένο
είχαν ματώσει
είχαν ματωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ματώνωθα ματώνουμε, θα ματώνομε
θα ματώνειςθα ματώνετε
θα ματώνειθα ματώνουν(ε)
Fut
ur
θα ματώσωθα ματώσουμε, θα ματώσομε
θα ματώσειςθα ματώσετε
θα ματώσειθα ματώσουν
Fut
ur II
θα έχω ματώσει
θα έχω ματωμένο
θα έχουμε ματώσει
θα έχουμε ματωμένο
θα έχεις ματώσει
θα έχεις ματωμένο
θα έχετε ματώσει
θα έχετε ματωμένο
θα έχει ματώσει
θα έχει ματωμένο
θα έχουν ματώσει
θα έχουν ματωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ματώνωνα ματώνουμε, να ματώνομε
να ματώνειςνα ματώνετε
να ματώνεινα ματώνουν(ε)
Aoristνα ματώσωνα ματώσουμε, να ματώσομε
να ματώσειςνα ματώσετε
να ματώσεινα ματώσουν(ε)
Perfνα έχω ματώσει
να έχω ματωμένο
να έχουμε ματώσει
να έχουμε ματωμένο
να έχεις ματώσει
να έχεις ματωμένο
να έχετε ματώσει
να έχετε ματωμένο
να έχει ματώσει
να έχει ματωμένο
να έχουν ματώσει
να έχουν ματωμένο
Imper
ativ
Presμάτωνεματώνετε
Aoristμάτωσεματώστε, ματώσετε
Part
izip
Presματώνοντας
Perfέχοντας ματώσει, έχοντας ματωμένο
InfinAoristματώσει






Griechische Definition zu ματώνω

ματώνω [matóno] -ομαι : 1. προκαλώ ροή αίματος: Tον χτύπησε στη μύτη και του τη μάτωσε. || βγάζω αίμα: Mατώνει η πληγή / το τραύμα. Mατώνουν τα ούλα του από την ουλίτιδα. Mάτωσε η μύτη μου. ΦΡ ματώνει η καρδιά* κάποιου. δεν άνοιξε / δε μάτωσε μύτη* / ρουθούνι*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ματώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15