μαγειρεύω  Verb  [magirevo, majirevo, mageireyw]


Beispielsätze μαγειρεύω

... Εσίρ. Καθημερινά σκότωνε το Σαχριμνίρ, το κοσμικό αγριογούρουνο, και το μαγείρευε στο Ελντχριμνιρ, το καζάνι του με μαγικές δυνάμεις. Την ίδια νύχτα το ...

... χοντρός και ψιλός.Ο ξινός τραχανάς ζυμώνεται με γιαούρτι. Ο τραχανάς μαγειρεύεται σαν σούπα είτε με αρκετό νερό, είτε πιο πηχτή. Ο χρόνος μαγειρέματος ...

... μόνο. Οι χοχλιοί, μαγειρεύονται με πολλούς τρόπους, που διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Για παράδειγμα, στα Χανιά μαγειρεύονται γιαχνί με πατάτες και ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ich koche

... Ja, ich koche sehr gern... und ich esse gern. ...

... „Kochst du zuhause?“ — „Ich koche gern. Aber ich koche nicht zuhause. Ich koche in meinen Restaurants.“ ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΜΑΓΕΙΡΕΥΩ
I cook
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαγειρεύωμαγειρεύουμε, μαγειρεύομεμαγειρεύομαιμαγειρευόμαστε
μαγειρεύειςμαγειρεύετεμαγειρεύεσαιμαγειρεύεστε, μαγειρευόσαστε
μαγειρεύειμαγειρεύουν(ε)μαγειρεύεταιμαγειρεύονται
Imper
fekt
μαγείρευαμαγειρεύαμεμαγειρευόμουν(α)μαγειρευόμαστε, μαγειρευόμασταν
μαγείρευεςμαγειρεύατεμαγειρευόσουν(α)μαγειρευόσαστε, μαγειρευόσασταν
μαγείρευεμαγείρευαν, μαγειρεύαν(ε)μαγειρευόταν(ε)μαγειρεύονταν, μαγειρευόντανε, μαγειρευόντουσαν
Aoristμαγείρεψαμαγειρέψαμεμαγειρεύτηκαμαγειρευτήκαμε
μαγείρεψεςμαγειρέψατεμαγειρεύτηκεςμαγειρευτήκατε
μαγείρεψεμαγείρεψαν, μαγειρέψαν(ε)μαγειρεύτηκεμαγειρεύτηκαν, μαγειρευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω μαγειρέψει
έχω μαγειρεμένο
έχουμε μαγειρέψει
έχουμε μαγειρεμένο
έχω μαγειρευτεί
είμαι μαγειρεμένος, -η
έχουμε μαγειρευτεί
είμαστε μαγειρεμένοι, -ες
έχεις μαγειρέψει
έχεις μαγειρεμένο
έχετε μαγειρέψει
έχετε μαγειρεμένο
έχεις μαγειρευτεί
είσαι μαγειρεμένος, -η
έχετε μαγειρευτεί
είστε μαγειρεμένοι, -ες
έχει μαγειρέψει
έχει μαγειρεμένο
έχουν μαγειρέψει
έχουν μαγειρεμένο
έχει μαγειρευτεί
είναι μαγειρεμένος, -η, -ο
έχουν μαγειρευτεί
είναι μαγειρεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα μαγειρέψει
είχα μαγειρεμένο
είχαμε μαγειρέψει
είχαμε μαγειρεμένο
είχα μαγειρευτεί
ήμουν μαγειρεμένος, -η
είχαμε μαγειρευτεί
ήμαστε μαγειρεμένοι, -ες
είχες μαγειρέψει
είχες μαγειρεμένο
είχατε μαγειρέψει
είχατε μαγειρεμένο
είχες μαγειρευτεί
ήσουν μαγειρεμένος, -η
είχατε μαγειρευτεί
ήσαστε μαγειρεμένοι, -ες
είχε μαγειρέψει
είχε μαγειρεμένο
είχαν μαγειρέψει
είχαν μαγειρεμένο
είχε μαγειρευτεί
ήταν μαγειρεμένος, -η, -ο
είχαν μαγειρευτεί
ήταν μαγειρεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαγειρεύωθα μαγειρεύουμε, θα μαγειρεύομεθα μαγειρεύομαιθα μαγειρευόμαστε
θα μαγειρεύειςθα μαγειρεύετεθα μαγειρεύεσαιθα μαγειρεύεστε, θα μαγειρευόσαστε
θα μαγειρεύειθα μαγειρεύουν(ε)θα μαγειρεύεταιθα μαγειρεύονται
Fut
ur
θα μαγειρέψωθα μαγειρέψουμε, θα μαγειρέψομεθα μαγειρευτώθα μαγειρευτούμε
θα μαγειρέψειςθα μαγειρέψετεθα μαγειρευτείςθα μαγειρευτείτε
θα μαγειρέψειθα μαγειρέψουν(ε)θα μαγειρευτείθα μαγειρευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μαγειρέψει
θα έχω μαγειρεμένο
θα έχουμε μαγειρέψει
θα έχουμε μαγειρεμένο
θα έχω μαγειρευτεί
θα είμαι μαγειρεμένος, -η
θα έχουμε μαγειρευτεί
θα είμαστε μαγειρεμένοι, -ες
θα έχεις μαγειρέψει
θα έχεις μαγειρεμένο
θα έχετε μαγειρέψει
θα έχετε μαγειρεμένο
θα έχεις μαγειρευτεί
θα είσαι μαγειρεμένος, -η
θα έχετε μαγειρευτεί
θα είστε μαγειρεμένοι, -ες
θα έχει μαγειρέψει
θα έχει μαγειρεμένο
θα έχουν μαγειρέψει
θα έχουν μαγειρεμένο
θα έχει μαγειρευτεί
θα είναι μαγειρεμένος, -η, -ο
θα έχουν μαγειρευτεί
θα είναι μαγειρεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαγειρεύωνα μαγειρεύουμε, να μαγειρεύομενα μαγειρεύομαινα μαγειρευόμαστε
να μαγειρεύειςνα μαγειρεύετενα μαγειρεύεσαινα μαγειρεύεστε, να μαγειρευόσαστε
να μαγειρεύεινα μαγειρεύουν(ε)να μαγειρεύεταινα μαγειρεύονται
Aoristνα μαγειρέψωνα μαγειρέψουμε, να μαγειρέψομενα μαγειρευτώνα μαγειρευτούμε
να μαγειρέψειςνα μαγειρέψετενα μαγειρευτείςνα μαγειρευτείτε
να μαγειρέψεινα μαγειρέψουν(ε)να μαγειρευτείνα μαγειρευτούν(ε)
Perfνα έχω μαγειρέψει
να έχω μαγειρεμένο
να έχουμε μαγειρέψει
να έχουμε μαγειρεμένο
να έχω μαγειρευτεί
να είμαι μαγειρεμένος, -η
να έχουμε μαγειρευτεί
να είμαστε μαγειρεμένοι, -ες
να έχεις μαγειρέψει
να έχεις μαγειρεμένο
να έχετε μαγειρέψει
να έχετε μαγειρεμένο
να έχεις μαγειρευτεί
να είσαι μαγειρεμένος, -η
να έχετε μαγειρευτεί
να είστε μαγειρεμένοι, -ες
να έχει μαγειρέψει
να έχει μαγειρεμένο
να έχουν μαγειρέψει
να έχουν μαγειρεμένο
να έχει μαγειρευτεί
να είναι μαγειρεμένος, -η, -ο
να έχουν μαγειρευτεί
να είναι μαγειρεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμαγείρευεμαγειρεύετεμαγειρεύεστε
Aoristμαγείρεψεμαγειρέψτε, μαγειρεύτεμαγειρέψουμαγειρευτείτε
Part
izip
Presμαγειρεύοντας
Perfέχοντας μαγειρέψει, έχοντας μαγειρεμένομαγειρεμένος, -η, -ομαγειρεμένοι, -ες, -α
InfinAoristμαγειρέψειμαγειρευτεί



Person Wortform
Präsens ich koche
du kochst
er, sie, es kocht
Präteritum ich kochte
Konjunktiv II ich kochte
Imperativ Singular koch!
koche!
Plural kocht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekocht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kochen


Griechische Definition zu μαγειρεύω

μαγειρεύω [majirévo] -ομαι : 1α. παρασκευάζω φαγητό: Σήμερα θα φάμε κονσέρβες, γιατί δε μαγειρέψαμε. Tις Kυριακές δε μαγειρεύω· τρώμε πάντο τε έξω. (γνωμ.) των φρονίμων* τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. || μαγειρεύω για να φάει κάποιος: Στο σπίτι με περιμένουν πέντε παιδιά να τα πλύνω, να τους μαγειρέψω· πού καιρός για ξεκούραση! β. μαγειρεύω με σχετικά πολύπλοκο τρόπο βράζοντας, ψήνοντας ή τηγανίζοντας διάφορα τρόφιμα: μαγειρεύω κρέας / ψάρι / φασόλια με λάδι / με βούτυρο, χρησιμοποιώντας ένα από τα παραπάνω υλικά. || (μππ.) μαγειρευτός: Mαγειρεμένες πατάτες. γ. ασχολούμαι με το μαγείρεμα: Tης αρέσει να μαγειρεύει όχι όμως και να πλένει τα πιάτα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μαγειρεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15