κλειδώνω  Verb  [klidono, klithono, kleidwnw]

Ähnliche Bedeutung wie κλειδώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κλειδώνω

... Πάντοτε κλειδώνω το δωμάτιό μου. ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze abschließen

... Du hättest alle Türen abschließen oder zumindest schließen sollen. ...

... Er weiß, wie er seine Tür abschließen kann. ...

... Hiermit will ich die Einführung abschließen und nunmehr zum eigentlichen Thema kommen. ...

Quelle: xtofu80, Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΚΛΕΙΔΩΝΩ
I lock
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κλειδώνωκλειδώνουμε, κλειδώνομεκλειδώνομαικλειδωνόμαστε
κλειδώνειςκλειδώνετεκλειδώνεσαικλειδώνεστε, κλειδωνόσαστε
κλειδώνεικλειδώνουν(ε)κλειδώνεταικλειδώνονται
Imper
fekt
κλείδωνακλειδώναμεκλειδωνόμουν(α)κλειδωνόμαστε, κλειδωνόμασταν
κλείδωνεςκλειδώνατεκλειδωνόσουν(α)κλειδωνόσαστε, κλειδωνόσασταν
κλείδωνεκλείδωναν, κλειδώναν(ε)κλειδωνόταν(ε)κλειδώνονταν, κλειδωνόντανε, κλειδωνόντουσαν
Aoristκλείδωσακλειδώσαμεκλειδώθηκακλειδωθήκαμε
κλείδωσεςκλειδώσατεκλειδώθηκεςκλειδωθήκατε
κλείδωσεκλείδωσαν, κλειδώσαν(ε)κλειδώθηκεκλειδώθηκαν, κλειδωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω κλειδώσει
έχω κλειδωμένο
έχουμε κλειδώσει
έχουμε κλειδωμένο
έχω κλειδωθεί
είμαι κλειδωμένος, -η
έχουμε κλειδωθεί
είμαστε κλειδωμένοι, -ες
έχεις κλειδώσει
έχεις κλειδωμένο
έχετε κλειδώσει
έχετε κλειδωμένο
έχεις κλειδωθεί
είσαι κλειδωμένος, -η
έχετε κλειδωθεί
είστε κλειδωμένοι, -ες
έχει κλειδώσει
έχει κλειδωμένο
έχουν κλειδώσει
έχουν κλειδωμένο
έχει κλειδωθεί
είναι κλειδωμένος, -η, -ο
έχουν κλειδωθεί
είναι κλειδωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κλειδώσει
είχα κλειδωμένο
είχαμε κλειδώσει
είχαμε κλειδωμένο
είχα κλειδωθεί
ήμουν κλειδωμένος, -η
είχαμε κλειδωθεί
ήμαστε κλειδωμένοι, -ες
είχες κλειδώσει
είχες κλειδωμένο
είχατε κλειδώσει
είχατε κλειδωμένο
είχες κλειδωθεί
ήσουν κλειδωμένος, -η
είχατε κλειδωθεί
ήσαστε κλειδωμένοι, -ες
είχε κλειδώσει
είχε κλειδωμένο
είχαν κλειδώσει
είχαν κλειδωμένο
είχε κλειδωθεί
ήταν κλειδωμένος, -η, -ο
είχαν κλειδωθεί
ήταν κλειδωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κλειδώνωθα κλειδώνουμε, θα κλειδώνομεθα κλειδώνομαιθα κλειδωνόμαστε
θα κλειδώνειςθα κλειδώνετεθα κλειδώνεσαιθα κλειδώνεστε, θα κλειδωνόσαστε
θα κλειδώνειθα κλειδώνουν(ε)θα κλειδώνεταιθα κλειδώνονται
Fut
ur
θα κλειδώσωθα κλειδώσουμε, θα κλειδώσομεθα κλειδωθώθα κλειδωθούμε
θα κλειδώσειςθα κλειδώσετεθα κλειδωθείςθα κλειδωθείτε
θα κλειδώσειθα κλειδώσουνθα κλειδωθείθα κλειδωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κλειδώσει
θα έχω κλειδωμένο
θα έχουμε κλειδώσει
θα έχουμε κλειδωμένο
θα έχω κλειδωθεί
θα είμαι κλειδωμένος, -η
θα έχουμε κλειδωθεί
θα είμαστε κλειδωμένοι, -ες
θα έχεις κλειδώσει
θα έχεις κλειδωμένο
θα έχετε κλειδώσει
θα έχετε κλειδωμένο
θα έχεις κλειδωθεί
θα είσαι κλειδωμένος, -η
θα έχετε κλειδωθεί
θα είστε κλειδωμένοι, -ες
θα έχει κλειδώσει
θα έχει κλειδωμένο
θα έχουν κλειδώσει
θα έχουν κλειδωμένο
θα έχει κλειδωθεί
θα είναι κλειδωμένος, -η, -ο
θα έχουν κλειδωθεί
θα είναι κλειδωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κλειδώνωνα κλειδώνουμε, να κλειδώνομενα κλειδώνομαινα κλειδωνόμαστε
να κλειδώνειςνα κλειδώνετενα κλειδώνεσαινα κλειδώνεστε, να κλειδωνόσαστε
να κλειδώνεινα κλειδώνουν(ε)να κλειδώνεταινα κλειδώνονται
Aoristνα κλειδώσωνα κλειδώσουμε, να κλειδώσομενα κλειδωθώνα κλειδωθούμε
να κλειδώσειςνα κλειδώσετενα κλειδωθείςνα κλειδωθείτε
να κλειδώσεινα κλειδώσουν(ε)να κλειδωθείνα κλειδωθούν(ε)
Perfνα έχω κλειδώσει
να έχω κλειδωμένο
να έχουμε κλειδώσει
να έχουμε κλειδωμένο
να έχω κλειδωθεί
να είμαι κλειδωμένος, -η
να έχουμε κλειδωθεί
να είμαστε κλειδωμένοι, -ες
να έχεις κλειδώσει
να έχεις κλειδωμένο
να έχετε κλειδώσει
να έχετε κλειδωμένο
να έχεις κλειδωθεί
να είσαι κλειδωμένος, -η
να έχετε κλειδωθεί
να είστε κλειδωμένοι, -ες
να έχει κλειδώσει
να έχει κλειδωμένο
να έχουν κλειδώσει
να έχουν κλειδωμένο
να έχει κλειδωθεί
να είναι κλειδωμένος, -η, -ο
να έχουν κλειδωθεί
να είναι κλειδωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκλείδωνεκλειδώνετεκλειδώνεστε
Aoristκλείδωσεκλειδώστε, κλειδώσετεκλειδώσουκλειδωθείτε
Part
izip
Presκλειδώνοντας
Perfέχοντας κλειδώσει, έχοντας κλειδωμένοκλειδωμένος, -η, -οκλειδωμένοι, -ες, -α
InfinAoristκλειδώσεικλειδωθεί




Griechische Definition zu κλειδώνω

κλειδώνω [kdivδóno] -ομαι : 1α. ασφαλίζω με κλειδί: κλειδώνω την πόρτα / το συρτάρι / το αυτοκίνητο. Kλείδωσες καλά το σπίτι; Δεν κλειδώνει εύκολα αυτή η πόρτα. H αποθήκη ήταν κλειδωμένη. κλειδώνω, μανταλώνω*, τον κλέφτη βρίσκω μέσα. β. κλείνω κτ. σε μέρος ασφαλές: Έχει τα κοσμήματά της κλειδωμένα. Kλειδώνει το γλυκό. Kλείδωσα τα έγγραφα στο συρτάρι. || κλείνω κπ. σε μέρος απ΄ όπου είναι αδύνατο να βγει, και με επέκταση, υποχρεώνω κπ. να παραμείνει, ή παραμένω οικειοθελώς, σε έναν περιορισμένο χώρο: Mε κλείδωσαν μέσα. Tην κλείδωσε στην τουαλέτα. Kλειδώθηκε στο δωμάτιό της. || Kλειδώθηκα έξω, δεν έχω κλειδί για να ανοί ξω την πόρτα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κλειδώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15