κλειδώνω Verb  [klidono, klithono, kleidwnw]

  Verb
(3)

Etymologie zu κλειδώνω

κλειδώνω Koine-Griechisch κλειδόω / κλειδῶ altgriechisch κλείς proto-griechisch *klāwī́ds proto-indogermanisch *kleh₂us (μέσο ασφάλισης / κλειδώματος)


GriechischDeutsch
Μήπως πρέπει να αρχίσω να κλειδώνω την πόρτα μου;Muss ich meine Tür abschließen? Sie sagten, ich soll Sie bei einem Notfall stören.

Übersetzung nicht bestätigt

Με έβαζε να κλειδώνω την πόρτα μου τη νύχτα.Ich musste nachts mein Zimmer abschließen.

Übersetzung nicht bestätigt

Πραγματικά πρέπει να αρχίσω να κλειδώνω.Ich muss die Tür echt abschließen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu κλειδώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κλειδώνωκλειδώνουμε, κλειδώνομεκλειδώνομαικλειδωνόμαστε
κλειδώνειςκλειδώνετεκλειδώνεσαικλειδώνεστε, κλειδωνόσαστε
κλειδώνεικλειδώνουν(ε)κλειδώνεταικλειδώνονται
Imper
fekt
κλείδωνακλειδώναμεκλειδωνόμουν(α)κλειδωνόμαστε, κλειδωνόμασταν
κλείδωνεςκλειδώνατεκλειδωνόσουν(α)κλειδωνόσαστε, κλειδωνόσασταν
κλείδωνεκλείδωναν, κλειδώναν(ε)κλειδωνόταν(ε)κλειδώνονταν, κλειδωνόντανε, κλειδωνόντουσαν
Aoristκλείδωσακλειδώσαμεκλειδώθηκακλειδωθήκαμε
κλείδωσεςκλειδώσατεκλειδώθηκεςκλειδωθήκατε
κλείδωσεκλείδωσαν, κλειδώσαν(ε)κλειδώθηκεκλειδώθηκαν, κλειδωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω κλειδώσει
έχω κλειδωμένο
έχουμε κλειδώσει
έχουμε κλειδωμένο
έχω κλειδωθεί
είμαι κλειδωμένος, -η
έχουμε κλειδωθεί
είμαστε κλειδωμένοι, -ες
έχεις κλειδώσει
έχεις κλειδωμένο
έχετε κλειδώσει
έχετε κλειδωμένο
έχεις κλειδωθεί
είσαι κλειδωμένος, -η
έχετε κλειδωθεί
είστε κλειδωμένοι, -ες
έχει κλειδώσει
έχει κλειδωμένο
έχουν κλειδώσει
έχουν κλειδωμένο
έχει κλειδωθεί
είναι κλειδωμένος, -η, -ο
έχουν κλειδωθεί
είναι κλειδωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα κλειδώσει
είχα κλειδωμένο
είχαμε κλειδώσει
είχαμε κλειδωμένο
είχα κλειδωθεί
ήμουν κλειδωμένος, -η
είχαμε κλειδωθεί
ήμαστε κλειδωμένοι, -ες
είχες κλειδώσει
είχες κλειδωμένο
είχατε κλειδώσει
είχατε κλειδωμένο
είχες κλειδωθεί
ήσουν κλειδωμένος, -η
είχατε κλειδωθεί
ήσαστε κλειδωμένοι, -ες
είχε κλειδώσει
είχε κλειδωμένο
είχαν κλειδώσει
είχαν κλειδωμένο
είχε κλειδωθεί
ήταν κλειδωμένος, -η, -ο
είχαν κλειδωθεί
ήταν κλειδωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κλειδώνωθα κλειδώνουμε, θα κλειδώνομεθα κλειδώνομαιθα κλειδωνόμαστε
θα κλειδώνειςθα κλειδώνετεθα κλειδώνεσαιθα κλειδώνεστε, θα κλειδωνόσαστε
θα κλειδώνειθα κλειδώνουν(ε)θα κλειδώνεταιθα κλειδώνονται
Fut
ur
θα κλειδώσωθα κλειδώσουμε, θα κλειδώσομεθα κλειδωθώθα κλειδωθούμε
θα κλειδώσειςθα κλειδώσετεθα κλειδωθείςθα κλειδωθείτε
θα κλειδώσειθα κλειδώσουνθα κλειδωθείθα κλειδωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κλειδώσει
θα έχω κλειδωμένο
θα έχουμε κλειδώσει
θα έχουμε κλειδωμένο
θα έχω κλειδωθεί
θα είμαι κλειδωμένος, -η
θα έχουμε κλειδωθεί
θα είμαστε κλειδωμένοι, -ες
θα έχεις κλειδώσει
θα έχεις κλειδωμένο
θα έχετε κλειδώσει
θα έχετε κλειδωμένο
θα έχεις κλειδωθεί
θα είσαι κλειδωμένος, -η
θα έχετε κλειδωθεί
θα είστε κλειδωμένοι, -ες
θα έχει κλειδώσει
θα έχει κλειδωμένο
θα έχουν κλειδώσει
θα έχουν κλειδωμένο
θα έχει κλειδωθεί
θα είναι κλειδωμένος, -η, -ο
θα έχουν κλειδωθεί
θα είναι κλειδωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κλειδώνωνα κλειδώνουμε, να κλειδώνομενα κλειδώνομαινα κλειδωνόμαστε
να κλειδώνειςνα κλειδώνετενα κλειδώνεσαινα κλειδώνεστε, να κλειδωνόσαστε
να κλειδώνεινα κλειδώνουν(ε)να κλειδώνεταινα κλειδώνονται
Aoristνα κλειδώσωνα κλειδώσουμε, να κλειδώσομενα κλειδωθώνα κλειδωθούμε
να κλειδώσειςνα κλειδώσετενα κλειδωθείςνα κλειδωθείτε
να κλειδώσεινα κλειδώσουν(ε)να κλειδωθείνα κλειδωθούν(ε)
Perfνα έχω κλειδώσει
να έχω κλειδωμένο
να έχουμε κλειδώσει
να έχουμε κλειδωμένο
να έχω κλειδωθεί
να είμαι κλειδωμένος, -η
να έχουμε κλειδωθεί
να είμαστε κλειδωμένοι, -ες
να έχεις κλειδώσει
να έχεις κλειδωμένο
να έχετε κλειδώσει
να έχετε κλειδωμένο
να έχεις κλειδωθεί
να είσαι κλειδωμένος, -η
να έχετε κλειδωθεί
να είστε κλειδωμένοι, -ες
να έχει κλειδώσει
να έχει κλειδωμένο
να έχουν κλειδώσει
να έχουν κλειδωμένο
να έχει κλειδωθεί
να είναι κλειδωμένος, -η, -ο
να έχουν κλειδωθεί
να είναι κλειδωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκλείδωνεκλειδώνετεκλειδώνεστε
Aoristκλείδωσεκλειδώστε, κλειδώσετεκλειδώσουκλειδωθείτε
Part
izip
Presκλειδώνοντας
Perfέχοντας κλειδώσει, έχοντας κλειδωμένοκλειδωμένος, -η, -οκλειδωμένοι, -ες, -α
InfinAoristκλειδώσεικλειδωθεί





Griechische Definition zu κλειδώνω

κλειδώνω [kdivδóno] -ομαι : 1α. ασφαλίζω με κλειδί: κλειδώνω την πόρτα / το συρτάρι / το αυτοκίνητο. Kλείδωσες καλά το σπίτι; Δεν κλειδώνει εύκολα αυτή η πόρτα. H αποθήκη ήταν κλειδωμένη. κλειδώνω, μανταλώνω*, τον κλέφτη βρίσκω μέσα. β. κλείνω κτ. σε μέρος ασφαλές: Έχει τα κοσμήματά της κλειδωμένα. Kλειδώνει το γλυκό. Kλείδωσα τα έγγραφα στο συρτάρι. || κλείνω κπ. σε μέρος απ΄ όπου είναι αδύνατο να βγει, και με επέκταση, υποχρεώνω κπ. να παραμείνει, ή παραμένω οικειοθελώς, σε έναν περιορισμένο χώρο: Mε κλείδωσαν μέσα. Tην κλείδωσε στην τουαλέτα. Kλειδώθηκε στο δωμάτιό της. || Kλειδώθηκα έξω, δεν έχω κλειδί για να ανοί ξω την πόρτα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback