κατευθύνω  Verb  [katefthino, kateythynw]

Ähnliche Bedeutung wie κατευθύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κατευθύνω

... αποτελούσε ένα μέσο επιβολής απέναντι στη Σύγκλητο που του επέτρεπε να κατευθύνει τις αποφάσεις της. Η ηγεμονία του Αυγούστου αποτέλεσε την αφετηρία μιας ...

... Σκηνοθέτης ονομάζεται το πρόσωπο που αποφασίζει και κατευθύνει τη δημιουργία των επιμέρους σκηνών ενός οπτικοακουστικού έργου με βάση το σενάριο. Ο σκηνοθέτης ...

... ακολουθούμενη γραμμή. Το σημείο προς το οποίο κινείται κάποιος. Επίσης το ρήμα κατευθύνω προσδιορίζει μια ακολουθητέα γραμμή, και κατ΄ επέκταση διεύθυνση. Έτσι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze orientieren

... Schließlich wird gefolgert, dass eine inhaltliche Bestimmung des Guten (oder Schlechten) durch eine Ethik nicht zu leisten ist, sondern dass jedem zurechnungsfähigen Menschen die Bedeutung des Ausdrucks »gut« bereits praktisch bekannt ist und dass eine Ethik lediglich eine einleuchtende, kohärente und einfache Beschreibung des Bekannten leisten soll, an der man sich orientieren kann. ...

... Auch in Demokratien orientieren wir uns normalerweise an der Mehrheit. Sie tut aber manchmal mit großer Verve genau das Falsche. ...

... Ein Großteil neuer, zivilrechtlicher Normen beruht auf europäischen Richtlinien, sodass sich ihre Auslegung am europäischen Maßstab zu orientieren hat. ...

Quelle: xeklat, Esperantostern, 7evenbananas

Grammatik


ΚΑΤΕΥΘΥΝΩ
I direct
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κατευθύνωκατευθύνουμε, κατευθύνομεκατευθύνομαικατευθυνόμαστε
κατευθύνειςκατευθύνετεκατευθύνεσαικατευθύνεστε, κατευθυνόσαστε
κατευθύνεικατευθύνουν(ε)κατευθύνεταικατευθύνονται
Imper
fekt
κατεύθυνακατευθύναμεκατευθυνόμουν(α)κατευθυνόμαστε, κατευθυνόμασταν
κατεύθυνεςκατευθύνατεκατευθυνόσουν(α)κατευθυνόσαστε, κατευθυνόσασταν
κατεύθυνεκατεύθυναν, κατευθύναν(ε)κατευθυνόταν(ε)κατευθύνονταν, κατευθυνόντανε, κατευθυνόντουσαν
Aoristκατηύθυνα, κατεύθυνακατευθύναμεκατευθύνθηκακατευθυνθήκαμε
κατηύθυνες, κατεύθυνεςκατευθύνατεκατευθύνθηκεςκατευθυνθήκατε
κατηύθυνε, κατεύθυνεκατηύθυναν, κατεύθυναν, κατευθύναν(ε)κατευθύνθηκεκατευθύνθηκαν, κατευθυνθήκαν(ε)
Per
fect
έχω κατευθύνειέχουμε κατευθύνειέχω κατευθυνθείέχουμε κατευθυνθεί
έχεις κατευθύνειέχετε κατευθύνειέχεις κατευθυνθείέχετε κατευθυνθεί
έχει κατευθύνειέχουν κατευθύνειέχει κατευθυνθείέχουν κατευθυνθεί
Plu
per
fect
είχα κατευθύνειείχαμε κατευθύνειείχα κατευθυνθείείχαμε κατευθυνθεί
είχες κατευθύνειείχατε κατευθύνειείχες κατευθυνθείείχατε κατευθυνθεί
είχε κατευθύνειείχαν κατευθύνειείχε κατευθυνθείείχαν κατευθυνθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κατευθύνωθα κατευθύνουμε, θα κατευθύνομεθα κατευθύνομαιθα κατευθυνόμαστε
θα κατευθύνειςθα κατευθύνετεθα κατευθύνεσαιθα κατευθύνεστε, θα κατευθυνόσαστε
θα κατευθύνειθα κατευθύνουν(ε)θα κατευθύνεταιθα κατευθύνονται
Fut
ur
θα κατευθύνωθα κατευθύνουμε, θα κατευθύνομεθα κατευθυνθώθα κατευθυνθούμε
θα κατευθύνειςθα κατευθύνετεθα κατευθυνθείςθα κατευθυνθείτε
θα κατευθύνειθα κατευθύνουν(ε)θα κατευθυνθείθα κατευθυνθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κατευθύνειθα έχουμε κατευθύνειθα έχω κατευθυνθείθα έχουμε κατευθυνθεί
θα έχεις κατευθύνειθα έχετε κατευθύνειθα έχεις κατευθυνθείθα έχετε κατευθυνθεί
θα έχει κατευθύνειθα έχουν κατευθύνειθα έχει κατευθυνθείθα έχουν κατευθυνθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κατευθύνωνα κατευθύνουμε, να κατευθύνομενα κατευθύνομαινα κατευθυνόμαστε
να κατευθύνειςνα κατευθύνετενα κατευθύνεσαινα κατευθύνεστε, να κατευθυνόσαστε
να κατευθύνεινα κατευθύνουν(ε)να κατευθύνεταινα κατευθύνονται
Aoristνα κατευθύνωνα κατευθύνουμε, να κατευθύνομενα κατευθυνθώνα κατευθυνθούμε
να κατευθύνειςνα κατευθύνετενα κατευθυνθείςνα κατευθυνθείτε
να κατευθύνεινα κατευθύνουν(ε)να κατευθυνθείνα κατευθυνθούν(ε)
Perfνα έχω κατευθύνεινα έχουμε κατευθύνεινα έχω κατευθυνθείνα έχουμε κατευθυνθεί
να έχεις κατευθύνεινα έχετε κατευθύνεινα έχεις κατευθυνθείνα έχετε κατευθυνθεί
να έχει κατευθύνεινα έχουν κατευθύνεινα έχει κατευθυνθείνα έχουν κατευθυνθεί
Imper
ativ
Presκατεύθυνεκατευθύνετεκατευθύνεστε
Aoristκατεύθυνεκατευθύνετεκατευθύνσουκατευθυνθείτε
Part
izip
Presκατευθύνοντας
Perfέχοντας κατευθύνει
InfinAoristκατευθύνεικατευθυνθεί









Person Wortform
Präsens ich lenke
du lenkst
er, sie, es lenkt
Präteritum ich lenkte
Konjunktiv II ich lenkte
Imperativ Singular lenk!
Plural lenkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelenkt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lenken


Griechische Definition zu κατευθύνω

κατευθύνω [katefθíno] -ομαι πρτ. και αόρ. και κατηύθυνα, απαρέμφ. κατευθύνει : δίνω σε κτ. ή σε κπ. μια ορισμένη κατεύθυνση. 1. στρέφω ή οδηγώ κτ. ή κπ. προς ένα συγκεκριμένο σημείο: Tον είδα να κατευθύνει το όπλο του εναντίον μου. κατευθύνω το τηλεσκόπιο προς τη σελήνη. κατευθύνω το βλέμμα μου προς το μέρος του. κατευθύνω το όχημα / το πλήθος προς την έξοδο. κατευθύνω τα βήματά μου προς το σπίτι μου. Ο Θεός ας κατευθύνει τα βήματά μας, ας μας οδηγήσει στο σωστό δρόμο. || (παθ.) κινούμαι προς ορισμένο σημείο: Tα στρατεύματα κατευθύνθηκαν προς τα νότια. Ο καθηγητής μπήκε στην αίθουσα και κατευθύνθηκε προς την έδρα. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι τουρίστες κατευθύνονται προς τις μεσογειακές ακτές. Tο πλοίο / το αεροπλάνο κατευθύνεται προς την Aμερική. (τεχν.) Kατευθυνόμενη κεραία / εκπομπή, που παίρνει σήμα / που εκπέμπεται από ένα συγκεκριμέ νο σημείο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κατευθύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15