καταχρώμαι  Verb  [katachrome, kataxrwmai]

Ähnliche Bedeutung wie καταχρώμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze missbrauchen

... Sie missbrauchen Ihre Autorität. ...

... Einige Politiker missbrauchen ihr Amt, um sich, ihre Familie und ihre Freunde zu bereichern. ...

... als korrupt erachtet. Sie denkt, dass keine Religion eine Familie auseinanderbringen oder jemanden unter dem Deckmantel der Religion missbrauchen sollte ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΚΑΤΑΧΡΩΜΑΙ
I abuse
Passiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταχρώμαικαταχρόμαστε, καταχρώμεθα
καταχράσαικαταχράστε, καταχράσθε
καταχράταικαταχρώνται
Imper
fekt
καταχράτοκαταχρώντο
Aoristκαταχράστηκακαταχραστήκαμε
καταχράστηκεςκαταχραστήκατε
καταχράστηκεκαταχράστηκαν, καταχραστήκανε
Perf
ekt
έχω καταχραστείέχουμε καταχραστεί
έχεις καταχραστείέχετε καταχραστεί
έχει καταχραστείέχουν καταχραστεί
Plu
perf
ekt
είχα καταχραστείείχαμε καταχραστεί
είχες καταχραστείείχατε καταχραστεί
είχε καταχραστείείχαν καταχραστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταχρώμαιθα καταχρόμαστε, θα καταχρώμεθα
θα καταχράσαιθα καταχράστε, θα καταχράσθε
θα καταχράταιθα καταχρώνται
Fut
ur
θα καταχραστώθα καταχραστούμε
θα καταχραστείςθα καταχραστείτε
θα καταχραστείθα καταχραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταχραστείθα έχουμε καταχραστεί
θα έχεις καταχραστείθα έχετε καταχραστεί
θα έχει καταχραστείθα έχουν καταχραστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταχρώμαινα καταχρόμαστε, να καταχρώμεθα
να καταχράσαινα καταχράστε, να καταχράσθε
να καταχράταινα καταχρώνται
Aoristνα καταχραστώνα καταχραστούμε
να καταχραστείςνα καταχραστείτε
να καταχραστείνα καταχραστούν(ε)
Perfνα έχω καταχραστείνα έχουμε καταχραστεί
να έχεις καταχραστείνα έχετε καταχραστεί
να έχει καταχραστείνα έχουν καταχραστεί
Imper
ativ
Presκαταχράστε, καταχράσθε
Aoristκαταχράσουκαταχραστείτε
Part
izip
Presκαταχρώμενος
Perfκαταχρασμένος, -η, -οκαταχρασμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταχραστεί








Griechische Definition zu καταχρώμαι

καταχρώμαι [kataxróme] .8β : κάνω κατάχρηση. 1. ιδιοποιούμαι, κρα τώ για τον εαυτό μου χρήματα, που μου έχουν αναθέσει να φυλάγω ή να διαχειρίζομαι για λογαριασμό τρίτων· κάνω κατάχρηση, υπεξαιρώ: Ο ταμίας της τράπεζας / της εταιρείας καταχράστηκε μεγάλα ποσά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταχρώμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15