καθυστερώ  Verb  [kathistero, kathysterw]

Ähnliche Bedeutung wie καθυστερώ


Beispielsätze καθυστερώ

... αποτέλεσμα ο οθωμανικός να αποχωρήσει για τον Ελλήσποντο και ο Αιγυπτιακός να καθυστερήσει να αποβιβάσει στρατιωτικά σώματα στην Πελοπόννησο. Τους επόμενους μήνες ...

... Μακεδονία, Ανατολική και Δυτική Θράκη) οι εγκατάσταση των Μυκηναίων καθυστέρησε κάπως, περίπου 600-800 Π.Κ.Χ.(βλέπε χάρτη). Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές ...

... δεσποτισμό, καθώς δε δεχόταν να παρουσιάσει συνταγματικό χάρτη, ενώ καθυστερούσε τη διενέργεια εθνοσυνέλευσης. Ο ίδιος, απαντώντας στις αιτιάσεις έκανε ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ins Stocken geraten

... basiert auf der gleichen Basis wie die Stock-ROM. Die Installation erfolgt meist über den Recovery-Modus des Gerätes, dieser Vorgang wird in der Fachsprache ...

... nach Äthiopien entsendet, um zu klären, warum die Operation Salomon ins Stocken geraten war. Lubrani konnte dabei auf seine alten Kontakte und Kenntnisse ...

... bewegen sich auf der Höhe einer entspannten Konversation, geraten sogar gelegentlich ins Stocken und werden dann von Sokrates wieder in Gang gebracht. Die ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΘΥΣΤΕΡΩ
I delay
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καθυστερώκαθυστερούμε
καθυστερείςκαθυστερείτε
καθυστερείκαθυστερούν(ε)
Imper
fekt
καθυστερούσακαθυστερούσαμε
καθυστερούσεςκαθυστερούσατε
καθυστερούσεκαθυστερούσαν(ε)
Aoristκαθυστέρησακαθυστερήσαμε
καθυστέρησεςκαθυστερήσατε
καθυστέρησεκαθυστέρησαν, καθυστερήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω καθυστερήσειέχουμε καθυστερήσει
έχεις καθυστερήσειέχετε καθυστερήσει
έχει καθυστερήσειέχουν καθυστερήσει
Plu
perf
ekt
είχα καθυστερήσειείχαμε καθυστερήσει
είχες καθυστερήσειείχατε καθυστερήσει
είχε καθυστερήσειείχαν καθυστερήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καθυστερώθα καθυστερούμε
θα καθυστερείςθα καθυστερείτε
θα καθυστερείθα καθυστερούν(ε)
Fut
ur
θα καθυστερήσωθα καθυστερήσουμε
θα καθυστερήσειςθα καθυστερήσετε
θα καθυστερήσειθα καθυστερήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καθυστερήσειθα έχουμε καθυστερήσει
θα έχεις καθυστερήσειθα έχετε καθυστερήσει
θα έχει καθυστερήσειθα έχουν καθυστερήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καθυστερώνα καθυστερούμε
να καθυστερείςνα καθυστερείτε
να καθυστερείνα καθυστερούν(ε)
Aoristνα καθυστερήσωνα καθυστερήσουμε, να καθυστερήσομε
να καθυστερήσειςνα καθυστερήσετε
να καθυστερήσεινα καθυστερήσουν(ε)
Perfνα έχω καθυστερήσεινα έχουμε καθυστερήσει
να έχεις καθυστερήσεινα έχετε καθυστερήσει
να έχει καθυστερήσεινα έχουν καθυστερήσει
Imper
ativ
Presκαθυστερείτε
Aoristκαθυστέρησεκαθυστερήστε, καθυστερήσετε
Part
izip
Presκαθυστερώντας
Perfέχοντας καθυστερήσει
InfinAoristκαθυστερήσει



Person Wortform
Präsens ich hemme
du hemmst
er, sie, es hemmt
Präteritum ich hemmte
Konjunktiv II ich hemmte
Imperativ Singular hemm!
hemme!
Plural hemmt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehemmt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:hemmen




Griechische Definition zu καθυστερώ

καθυστερώ [kaθisteró] .9α μπε. καθυστερούμενος, μππ. καθυστερημένος* : 1α. αναχωρώ από κάπου ή φτάνω κάπου πιο αργά από ό,τι προβλεπόταν: Kαθυστέρησα να φύγω, γιατί έβρεχε. Kαθυστέρησα να έρθω, γιατί η κίνηση στο δρόμο ήταν μεγάλη. Kαθυστέρησε (να φύγει / να φτάσει) το καράβι / το αυτοκίνητο. || κάνω κτ. με βραδύ ρυθμό ή μετά τη λήξη μιας προθεσμίας: Kαθυστέρησα σήμερα να τελειώσω τη δουλειά μου. Nα μην καθυστερούμε άλλο, να μη χρονοτριβούμε. Nα μην καθυστερήσεις να πληρώσεις την εφορία. β. για ενέργεια, διαδικασία που δε γίνεται ή που δεν ολοκληρώνεται μέσα σε έναν καθορισμένο χρόνο: Kαθυστέρησε η πτήση / η παράδοση του εμπορεύματος. Kαθυστέρησε πολύ το χτίσιμο του σπιτιού. H ανάπτυξη της οικονομίας μας έχει καθυστερήσει αρκετά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καθυστερώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15