καθοριστικός -ή -ό Adj.  [kathoristikos -i -o, kathoristikos -h -o]

  Adj.
(6)
  Adj.
(1)

GriechischDeutsch
Ο εν λόγω αριθμητικός μέσος είναι καθοριστικός για τη διαπίστωση της απόδοσης της συγκεκριμένης ακατέργαστης ζάχαρης.Dieser Mittelwert ist maßgebend für die Bestimmung des Rendementwerts des betreffenden Rohzuckers.

Übersetzung bestätigt

Ο εν λόγω αριθμητικός μέσος είναι καθοριστικός για τη διαπίστωση της κατηγορίας της συγκεκριμένης ζάχαρης.Dieser Mittelwert ist für die Kategoriebestimmung des betreffenden Zuckers maßgebend.

Übersetzung bestätigt

Σε περίπτωση όπου διαπιστωθεί απόκλιση μεταξύ των αποτελεσμάτων των αναλύσεων στις οποίες προέβησαν ο πωλητής και ο αγοραστής σύμφωνα με το άρθρο 35, ο αριθμητικός μέσος των δύο αποτελεσμάτων είναι καθοριστικός για τη διαπίστωση της κατηγορίας της συγκεκριμένης ζάχαρης, εάν η απόκλιση είναι:Weichen die Ergebnisse der vom Verkäufer und Käufer gemäß Artikel 35 vorgenommenen Analysen voneinander ab, so ist der rechnerische Mittelwert zwischen den beiden Ergebnissen maßgebend für die Bestimmung der Kategorie des betreffenden Zuckers, wenn der Unterschied folgenden Werten entspricht:

Übersetzung bestätigt

Εάν στη σύμβαση μεταφοράς προβλέπεται η επιλογή μεταξύ διαφόρων λιμένων εκφόρτωσης ή τόπων παράδοσης, καθοριστικός για την εν λόγω επιλογή είναι ο λιμένας εκφόρτωσης των εμπορευμάτων ή ο τόπος πραγματικής παράδοσής τους.Sieht der Vertrag wahlweise mehrere Löschhäfen oder Ablieferungsorte vor, so ist der Löschhafen oder Ablieferungsort maßgebend, an dem die Güter tatsächlich abgeliefert wurden.

Übersetzung bestätigt

Το Eurojust θα πρέπει να θεωρείται ως καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.Eurojust sollte maßgebend an der Entwicklung der europäischen justiziellen Zusammenarbeit in Strafsachen mitwirken.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • καθοριστικός (maskulin)
  • καθοριστική (feminin)
  • καθοριστικό (neutrum)


Griechische Definition zu καθοριστικός -ή -ό

καθοριστικός -ή -ό [kaθoristikós] : που καθορίζει την εξέλιξη ενός γεγονότος, που προσδιορίζει το αποτέλεσμα μιας ενέργειας· αποφασιστικός2: καθοριστικός -ή -ό παράγοντας για την ανάκαμψη της οικονομίας είναι οι επενδύσεις στο βιομηχανικό τομέα. Ο ρόλος της οικογένειας στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού είναι καθοριστικός -ή -ό. H βοήθειά του ήταν καθοριστικής σημασίας. καθοριστικά ΕΠIΡΡ: Γεγονότα που επηρεάζουν καθοριστικός -ή -ό τη ζωή μας.

[λόγ. < ελνστ. καθοριστικός `οριστικός, που χρησιμεύει για ορισμό΄ & κατά τις σημ. της λ. καθορίζω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback