καθιστώ  Verb  [kathisto, kathistw]

Ähnliche Bedeutung wie καθιστώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καθιστώ

... στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό ...

... Ο Καθιστός Ταύρος (λακότα: Tȟatȟáŋka Íyotake, αγγλική γλώσσα: Sitting Bull, περ. 1831 - 15 Δεκεμβρίου 1890) υπήρξε ιερός αρχηγός της φυλής Χουνκάπα Λακότα ...

... μεγαλύτερη από των Pt,Pd,Rh, μειώθηκε εντυπωσιακά μεταξύ 200 °C και 600 °C καθιστώντας το Ir ακόμη πιο δύσκολο στην κατεργασία. Το μέτρο ελαστικότητας του ιριδίου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einsetzen

... Was machen wir, wenn morgen die Regenzeit einsetzen sollte? ...

... Deutsche Wissenschaftler behaupten, dass der sogenannte „Urlaubseffekt“ erst nach drei Wochen einsetzen soll. ...

... Mir wurde beigebracht, dass man, wenn man ein Problem hat, alle verfügbaren Mittel einsetzen muss, vor allem die Hartnäckigkeit. ...

Quelle: xtofu80, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΚΑΘΙΣΤΩ
I make
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καθιστώκαθιστούμεκαθίσταμαικαθιστάμεθα
καθιστάςκαθιστάτεκαθίστασαικαθίστασθε
καθιστάκαθιστούν(ε)καθίσταταικαθίστανται
Imper
fekt
καθιστούσακαθιστούσαμε
καθιστούσεςκαθιστούσατε
καθιστούσεκαθιστούσαν(ε)καθίστατοκαθίσταντο
Aoristκατέστησακαταστήσαμεκατέστην
κατέτησεςκαταστήσατεκατέστης
κατέστησεκατέστησαν, καταστήσαν(ε)κατέστηκατέστησαν
Perf
ekt
έχω καταστήσειέχουμε καταστήσειέχω καταστείέχουμε καταστεί
έχεις καταστήσειέχετε καταστήσειέχεις καταστείέχετε καταστεί
έχει καταστήσειέχουν καταστήσειέχει καταστείέχουν καταστεί
Plu
perf
ekt
είχα καταστήσειείχαμε καταστήσειείχα καταστείείχαμε καταστεί
είχες καταστήσειείχατε καταστήσειείχες καταστείείχατε καταστεί
είχε καταστήσειείχαν καταστήσειείχε καταστείείχαν καταστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καθιστώθα καθιστούμεθα καθίσταμαιθα καθιστάμεθα
θα καθιστάςθα καθιστάτεθα καθίστασαιθα καθίστασθε
θα καθιστάθα καθιστούν(ε)θα καθίσταταιθα καθίστανται
Fut
ur
θα καταστήσωθα καταστήσουμε, θα καταστήσομεθα καταστώθα καταστούμε
θα καταστήσειςθα καταστήσετεθα καταστείςθα καταστείτε
θα καταστήσειθα καταστήσουν(ε)θα καταστείθα καταστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταστήσειθα έχουμε καταστήσει θα έχω καταστείθα έχουμε καταστεί
θα έχεις καταστήσειθα έχετε καταστήσειθα έχεις καταστείθα έχετε καταστεί
θα έχει καταστήσειθα έχουν καταστήσειθα έχει καταστείθα έχουν καταστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καθιστώνα καθιστούμενα καθίσταμαινα καθιστάμεθα
να καθιστάςνα καθιστάτενα καθίστασαινα καθίστασθε
να καθιστάνα καθιστούν(ε)να καθίσταταινα καθίστανται
Aoristνα καταστήσωνα καταστήσουμε, να καταστήσομενα καταστώνα καταστούμε
να καταστήσειςνα καταστήσετενα καταστείςνα καταστείτε
να καταστήσεινα καταστήσουν(ε)να καταστείνα καταστούν(ε)
Perfνα έχω καταστήσεινα έχουμε καταστήσεινα έχω καταστείνα έχουμε καταστεί
να έχεις καταστήσεινα έχετε καταστήσεινα έχεις καταστείνα έχετε καταστεί
να έχει καταστήσεινα έχουν καταστήσεινα έχει καταστείνα έχουν καταστεί
Imper
ativ
Presκαθιστάτεκαθιστάσθε
Aoristκατάστησεκαταστήστε, καταστήσετεκαταστήσουκαταστείτε
Part
izip
Presκαθιστώνταςκαθιστάμενος
Perfέχοντας καταστήσεικατεστημένος, -η, -οκατεστημένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταστήσεικαταστεί






Griechische Definition zu καθιστώ

καθιστώ [kaθistó] -αμαι Ρ αόρ. κατέστησα, απαρέμφ. καταστήσει, παθ. αόρ. γ' πρόσ. κατέστη, κατέστησαν, απαρέμφ. καταστεί, μππ. κατεστημένος* : (λόγ.) κάνω κπ. ή κτ. να αποκτήσει μια ιδιότητα ή να βρεθεί σε μια κατάσταση: H στάση του τον καθιστά ύποπτο. Tον κατέστησα υπεύθυνο για την τήρηση της τάξεως. Kατέστη πειθήνιο όργανό τους, έγινε. Έχει καταστεί σαφές ότι…, έγινε σαφές. || (κυρ. νομ.): Tον κατέστησε κληρονόμο του, τον όρισε. Tην κατέστησε έγκυο, την άφησε σε κατάσταση εγκυμοσύνης.

[λόγ. < ελνστ. καθιστῶ (αρχ. καθιστάνω, καθίστημι)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καθιστώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15