καίω  Verb  [keo, kaiw]

Ähnliche Bedeutung wie καίω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καίω

... Το Κάτι να καίει μπορεί να αναφέρεται: Κάτι να καίει (ταινία, 1964) Κάτι να καίει (ταινία, 1981) ...

... Κάτι να καίει Cine.gr Κάτι Να Καίει Alphatv.gr ΚΑΤΙ ΝΑ ΚΑΙΕΙ CineHellas.com Κάτι Να Καίει [1963] Ταινιοθήκη της Ελλάδος iShow.gr: Κάτι να καίει ...

... H Καία (Caia) είναι μεγάλος αστεροειδής της Κύριας Ζώνης Αστεροειδών με απόλυτο μέγεθος (όπως ορίζεται για το Ηλιακό Σύστημα) 9,22. Ανακαλύφθηκε το 1916 ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΙΩ
I burn
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καίωκαίμεκαίγομαικαιγόμαστε
καιςκαίτεκαίγεσαικαίγεστε, καιγόσαστε
καίεικαίνε, καινκαίγεταικαίγονται
Imper
fekt
έκαιγακαίγαμεκαιγόμουν(α)καιγόμαστε, καιγόμασταν
έκαιγεςκαίγατεκαιγόσουν(α)καιγόσαστε, καιγόσασταν
έκαιγεέκαιγαν, καίγαν(ε)καιγόταν(ε)καίγονταν, καιγόντανε, καιγόντουσαν
Aoristέκαψακάψαμεκάηκακαήκαμε
έκαψεςκάψατεκάηκεςκαήκατε
έκαψεέκαψαν, κάψαν(ε)κάηκεκάηκαν, καήκαν(ε)
Per
fect
έχω κάψει
έχω καμένο
έχουμε κάψει
έχουμε καμένο
έχω καεί
είμαι καμένος, -η
έχουμε καεί
είμαστε καμένοι, -ες
έχεις κάψει
έχεις καμένο
έχετε κάψει
έχετε καμένο
έχεις καεί
είσαι καμένος, -η
έχετε καεί
είστε καμένοι, -ες
έχει κάψει
έχει καμένο
έχουν κάψει
έχουν καμένο
έχει καεί
είναι καμένος, -η, -ο
έχουν καεί
είναι καμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κάψει
είχα καμένο
είχαμε κάψει
είχαμε καμένο
είχα καεί
ήμουν καμένος, -η
είχαμε καεί
ήμαστε καμένοι, -ες
είχες κάψει
είχες καμένο
είχατε κάψει
είχατε καμένο
είχες καεί
ήσουν καμένος, -η
είχατε καεί
ήσαστε καμένοι, -ες
είχε κάψει
είχε καμένο
είχαν κάψει
είχαν καμένο
είχε καεί
ήταν καμένος, -η, -ο
είχαν καεί
ήταν καμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καίωθα καίμεθα καίγομαιθα καιγόμαστε
θα καιςθα καίτεθα καίγεσαιθα καίγεστε, θα καιγόσαστε
θα καίειθα καίνεθα καίγεταιθα καίγονται
Fut
ur
θα κάψωθα κάψουμε, θα κάψομεθα καώθα καούμε
θα κάψειςθα κάψετεθα καείςθα καείτε
θα κάψειθα κάψουν(ε)θα καείθα καούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κάψει
θα έχω καμένο
θα έχουμε κάψει
θα έχουμε καμένο
θα έχω καεί
θα είμαι καμένος, -η
θα έχουμε καεί
θα είμαστε καμένοι, -ες
θα έχεις κάψει
θα έχεις καμένο
θα έχετε κάψει
θα έχετε καμένο
θα έχεις καεί
θα είσαι καμένος, -η
θα έχετε καεί
θα είστε καμένοι, -ες
θα έχει κάψει
θα έχει καμένο
θα έχουν κάψει
θα έχουν καμένο
θα έχει καεί
θα είναι καμένος, -η, -ο
θα έχουν καεί
θα είναι καμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καίωνα καίμενα καίγομαινα καιγόμαστε
να καιςνα καίτενα καίγεσαινα καίγεστε, να καιγόσαστε
να καίεινα καίνε, να καιννα καίγεταινα καίγονται
Aoristνα κάψωνα κάψουμε, να κάψομενα καώνα καούμε
να κάψειςνα κάψετενα καείςνα καείτε
να κάψεινα κάψουν(ε)να καείνα καούν(ε)
Perfνα έχω κάψει
να έχω καμένο
να έχουμε κάψει
να έχουμε καμένο
να έχω καεί
να είμαι καμένος, -η
να έχουμε καεί
να είμαστε καμένοι, -ες
να έχεις κάψει
να έχεις καμένο
να έχετε κάψει
να έχετε καμένο
να έχεις καεί
να είσαι καμένος, -η
να έχετε καεί
να είστε καμένοι, -ες
να έχει κάψει
να έχει καμένο
να έχουν κάψει
να έχουν καμένο
να έχει καεί
να είναι καμένος, -η, -ο
να έχουν καεί
να είναι καμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκαίγεκαίτεκαίγεστε
Aoristκάψεκάψτε, καύτεκάψουκαείτε
Part
izip
Presκαίγοντας
Perfέχοντας κάψει, έχοντας καμένοκαμένος, -η, -οκαμένοι, -ες, -α
InfinAoristκάψεικαεί












Griechische Definition zu καίω

καίω [kéo] -ομαι & καίγω [kéγo] -ομαι Ρ ενεστ. οριστ. καις, καίει, καίμε, καίτε, καίνε και καιν, αόρ. έκαψα, απαρέμφ. κάψει, παθ. αόρ. κάηκα, απαρέμφ. καεί, μππ. καμένος : I1α. καταστρέφω κτ. με φωτιά, το αποτεφρώνω ή του προκαλώ μικρή ή μεγάλη βλάβη: καίω τα ξερά χόρτα / τα άχρηστα χαρτιά. Kάηκε το δέντρο / το δάσος. Στην κλασική αρχαιότητα έκαιγαν τους νεκρούς. H μεγάλη πυρκαγιά έκαψε την πόλη. (έκφρ.) κάηκαν σαν τα ποντίκια*. ΦΡ καμένη γη*. (κατάρα) φωτιά να σε κάψει / να σε κάψει ο Θεός, για να τιμωρηθείς. (όρκος) να με κάψει ο Θεός, αν δεν τηρήσω κάποια υπόσχεσή μου. || για μηχανή, μηχανισμό που καταστρέφεται από υπερθέρμανση: Kάηκε ο λαμπτήρας / η ασφάλεια του ηλεκτρικού / η μηχανή του αυτοκινήτου. || (χημ.) προκαλώ καύση: Ο οργανισμός καίει τις θερμίδες. ΦΡ θα το κάψουμε, θα κάνουμε μεγάλο γλέντι· ΣYN ΦΡ θα καεί το πελεκούδι. του έκαψε τη γούνα / του κάηκε η γού να*. ΠAΡ Εδώ ο κόσμος καίγεται / χάνεται κι η γριά χτενίζεται*. (Mαζί) με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά*. β1. προκαλώ αλλοίωση σε κτ., με την επίδραση της φωτιάς ή της υψηλής θερμοκρασίας: Kάηκε το φαγητό. Έκαψε το παντελόνι με το σίδερο. Kάτι καμένο μυρίζει. ΠAΡ Aπό πίτα* που δεν τρως τι σε νοιάζει κι αν καεί. β2. για πολύ χαμηλή θερμοκρασία: Tα δέντρα / τα φρούτα / τα λαχανικά τα έκαψε η παγωνιά / το χιόνι / το κρύο, τα ξέρανε. β3. προκαλώ έγκαυμα σε κπ.: Tον έκαψε με το τσιγάρο. H καυτή σούπα μού έκαψε τη γλώσσα. Tον έκαψε ο ήλιος, τον μαύρισε πολύ. ΠAΡ Όποιος καεί / κάηκε στο χυλό / στο κουρκούτι / στο γάλα φυσάει και το γιαούρτι*. γ. προκαλώ πόνο ή ερεθισμό που μοιάζει με κάψιμο: Mε καίει ο λαιμός / το στομάχι μου. Tο ιώδιο καίει στην πληγή. Kαί νε τα μάτια μου από τον καπνό. || για κτ. που έχει πολύ ερεθιστική γεύση: H μουστάρδα / το πιπέρι καίει πολύ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καίω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15