ισοσκελίζω  Verb  [isoskelizo, isoskelizw]

Ähnliche Bedeutung wie ισοσκελίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ισοσκελίζω

... κοινωνικό όφελος και το οριακό κοινωνικό κόστος της διακράτησης χρήματος να ισοσκελίζεται στο μηδέν. Έτσι, ο κανόνας του Φρίντμαν έχει σχεδιαστεί για να αφαιρέσει ...

... αριθμό εκλογέων, αντί να επιτρέπεται στις μικρές εκλογικές περιφέρειες να ισοσκελίζουν την ψήφο των μεγάλων. Ετήσια κοινοβούλια, επιτρέποντας έτσι πιο τελεσφόρο ...

... της αντάρτικης δράσης δεν αποτέλεσαν καμία ουσιαστική προσφορά και δεν ισοσκελίζουν με κανέναν τρόπο τις απώλειες των Ελλήνων. Οι Γερμανοί υπολόγιζαν ότι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausgleichen

... Antriebsrädern durch entsprechende Übersetzung ausgleichen Kraftfluss umlenken, falls erforderlich Achsversatz ermöglichen, falls erforderlich (Achsversatz ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΙΣΟΣΚΕΛΙΖΩ
I balance
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ισοσκελίζωισοσκελίζουμε, ισοσκελίζομεισοσκελίζομαιισοσκελιζόμαστε
ισοσκελίζειςισοσκελίζετεισοσκελίζεσαιισοσκελίζεστε, ισοσκελιζόσαστε
ισοσκελίζειισοσκελίζουν(ε)ισοσκελίζεταιισοσκελίζονται
Imper
fekt
ισοσκέλιζαισοσκελίζαμεισοσκελιζόμουν(α)ισοσκελιζόμαστε, ισοσκελιζόμασταν
ισοσκέλιζεςισοσκελίζατεισοσκελιζόσουν(α)ισοσκελιζόσαστε, ισοσκελιζόσασταν
ισοσκέλιζεισοσκέλιζαν, ισοσκελίζαν(ε)ισοσκελιζόταν(ε)ισοσκελίζονταν, ισοσκελιζόντανε, ισοσκελιζόντουσαν
Aoristισοσκέλισαισοσκελίσαμεισοσκελίστηκαισοσκελιστήκαμε
ισοσκέλισεςισοσκελίσατεισοσκελίστηκεςισοσκελιστήκατε
ισοσκέλισεισοσκέλισαν, ισοσκελίσαν(ε)ισοσκελίστηκεισοσκελίστηκαν, ισοσκελιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ισοσκελίσει
έχω ισοσκελισμένο
έχουμε ισοσκελίσει
έχουμε ισοσκελισμένο
έχω ισοσκελιστεί
είμαι ισοσκελισμένος, -η
έχουμε ισοσκελιστεί
είμαστε ισοσκελισμένοι, -ες
έχεις ισοσκελίσει
έχεις ισοσκελισμένο
έχετε ισοσκελίσει
έχετε ισοσκελισμένο
έχεις ισοσκελιστεί
είσαι ισοσκελισμένος, -η
έχετε ισοσκελιστεί
είστε ισοσκελισμένοι, -ες
έχει ισοσκελίσει
έχει ισοσκελισμένο
έχουν ισοσκελίσει
έχουν ισοσκελισμένο
έχει ισοσκελιστεί
είναι ισοσκελισμένος, -η, -ο
έχουν ισοσκελιστεί
είναι ισοσκελισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ισοσκελίσει
είχα ισοσκελισμένο
είχαμε ισοσκελίσει
είχαμε ισοσκελισμένο
είχα ισοσκελιστεί
ήμουν ισοσκελισμένος, -η
είχαμε ισοσκελιστεί
ήμαστε ισοσκελισμένοι, -ες
είχες ισοσκελίσει
είχες ισοσκελισμένο
είχατε ισοσκελίσει
είχατε ισοσκελισμένο
είχες ισοσκελιστεί
ήσουν ισοσκελισμένος, -η
είχατε ισοσκελιστεί
ήσαστε ισοσκελισμένοι, -ες
είχε ισοσκελίσει
είχε ισοσκελισμένο
είχαν ισοσκελίσει
είχαν ισοσκελισμένο
είχε ισοσκελιστεί
ήταν ισοσκελισμένος, -η, -ο
είχαν ισοσκελιστεί
ήταν ισοσκελισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ισοσκελίζωθα ισοσκελίζουμε, θα ισοσκελίζομεθα ισοσκελίζομαιθα ισοσκελιζόμαστε
θα ισοσκελίζειςθα ισοσκελίζετεθα ισοσκελίζεσαιθα ισοσκελίζεστε, θα ισοσκελιζόσαστε
θα ισοσκελίζειθα ισοσκελίζουν(ε)θα ισοσκελίζεταιθα ισοσκελίζονται
Fut
ur
θα ισοσκελίσωθα ισοσκελίσουμε, θα ισοσκελίζομεθα ισοσκελιστώθα ισοσκελιστούμε
θα ισοσκελίσειςθα ισοσκελίσετεθα ισοσκελιστείςθα ισοσκελιστείτε
θα ισοσκελίσειθα ισοσκελίσουν(ε)θα ισοσκελιστείθα ισοσκελιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ισοσκελίσει
θα έχω ισοσκελισμένο
θα έχουμε ισοσκελίσει
θα έχουμε ισοσκελισμένο
θα έχω ισοσκελιστεί
θα είμαι ισοσκελισμένος, -η
θα έχουμε ισοσκελιστεί
θα είμαστε ισοσκελισμένοι, -ες
θα έχεις ισοσκελίσει
θα έχεις ισοσκελισμένο
θα έχετε ισοσκελίσει
θα έχετε ισοσκελισμένο
θα έχεις ισοσκελιστεί
θα είσαι ισοσκελισμένος, -η
θα έχετε ισοσκελιστεί
θα είστε ισοσκελισμένοι, -ες
θα έχει ισοσκελίσει
θα έχει ισοσκελισμένο
θα έχουν ισοσκελίσει
θα έχουν ισοσκελισμένο
θα έχει ισοσκελιστεί
θα είναι ισοσκελισμένος, -η, -ο
θα έχουν ισοσκελιστεί
θα είναι ισοσκελισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ισοσκελίζωνα ισοσκελίζουμε, να ισοσκελίζομενα ισοσκελίζομαινα ισοσκελιζόμαστε
να ισοσκελίζειςνα ισοσκελίζετενα ισοσκελίζεσαινα ισοσκελίζεστε, να ισοσκελιζόσαστε
να ισοσκελίζεινα ισοσκελίζουν(ε)να ισοσκελίζεταινα ισοσκελίζονται
Aoristνα ισοσκελίσωνα ισοσκελίσουμε, να ισοσκελίσομενα ισοσκελιστώνα ισοσκελιστούμε
να ισοσκελίσειςνα ισοσκελίσετενα ισοσκελιστείςνα ισοσκελιστείτε
να ισοσκελίσεινα ισοσκελίσουν(ε)να ισοσκελιστείνα ισοσκελιστούν(ε)
Perfνα έχω ισοσκελίσει
να έχω ισοσκελισμένο
να έχουμε ισοσκελίσει
να έχουμε ισοσκελισμένο
να έχω ισοσκελιστεί
να είμαι ισοσκελισμένος, -η
να έχουμε ισοσκελιστεί
να είμαστε ισοσκελισμένοι, -ες
να έχεις ισοσκελίσει
να έχεις ισοσκελισμένο
να έχετε ισοσκελίσει
να έχετε ισοσκελισμένο
να έχεις ισοσκελιστεί
να είσαι ισοσκελισμένος, -η
να έχετε ισοσκελιστεί
να είστε ισοσκελισμένοι, -ες
να έχει ισοσκελίσει
να έχει ισοσκελισμένο
να έχουν ισοσκελίσει
να έχουν ισοσκελισμένο
να έχει ισοσκελιστεί
να είναι ισοσκελισμένος, -η, -ο
να έχουν ισοσκελιστεί
να είναι ισοσκελισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presισοσκέλιζεισοσκελίζετεισοσκελίζεστε
Aoristισοσκέλισεισοσκελίστεισοσκελίσουισοσκελιστείτε
Part
izip
Presισοσκελίζονταςισοσκελιζόμενος
Perfέχοντας ισοσκελίσει, έχοντας ισοσκελισμένοισοσκελισμένος, -η, -οισοσκελισμένοι, -ες, -α
InfinAoristισοσκελίσειισοσκελιστεί




Griechische Definition zu ισοσκελίζω

ισοσκελίζω [isoskelízo] -ομαι : εξισώνω τα δύο αντίθετα ποσά (ή σκέλη) ενός λογιστικού πίνακα.

[λόγ. ισοσκελ(ής) -ίζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ισοσκελίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15