θρηνώ  Verb  [thrino, thrhnw]

Ähnliche Bedeutung wie θρηνώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze θρηνώ

... Ο Αίας ο Τελαμώνιος [Αἴας < αἰάζω (αναστενάζω, θρηνώ), "αυτός που θρηνεί"], υπήρξε μυθικός βασιλιάς της Σαλαμίνας και ένας από τους κυριότερους ήρωες ...

... Ο Αίας ο Λοκρός (Αἴας < αἰάζω (αναστενάζω, θρηνώ), "αυτός που θρηνεί") υπήρξε εθνικός ήρωας των Λοκρών , γιος του Οϊλέα, ο ένας από τους δύο γνωστούς ...

... Οι θρήνοι της Ινάνα για το θάνατο του Ντουμούζι λέγεται ότι τράνταξαν τα θεμέλια του ουρανού. Στην Καναανιτική παράδοση είναι παροιμιώδεις οι θρήνοι της ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bejammern

... wo sie das sich totstellende Liebespaar finden. Über dem gemeinsamen Bejammern der verlorenen Kinder „erwachen“ Romeo und Julia und verkünden schließlich ...

... manchmal als eine Form von dämonischen Rakshasa oder von Gaki. Jikininki bejammern ihren Zustand und hassen ihr permanentes Verlangen nach totem menschlichen ...

... Verunglimpfung der Kritiker als „Klageweiber, die den Verlust der Heiligen Familie bejammern“, wurde in evangelikalen Medien als zynisch kritisiert. Autorenseite ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
θρηνήσει
μετοχή (ενεστώτας)
θρηνώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας θρηνώ θρηνείς θρηνεί θρηνούμε θρηνείτε θρηνούν
παρατατικός θρηνούσα θρηνούσες θρηνούσε θρηνούσαμε θρηνούσατε θρηνούσαν
αόριστος θρήνησα θρήνησες θρήνησε θρηνήσαμε θρηνήσατε θρήνησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα θρηνώ θα θρηνείς θα θρηνεί θα θρηνούμε θα θρηνείτε θα θρηνούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα θρηνήσω θα θρηνήσεις θα θρηνήσει θα θρηνήσουμε θα θρηνήσετε θα θρηνήσουν
παρακείμενος α' έχω θρηνήσει έχεις θρηνήσει έχει θρηνήσει έχουμε θρηνήσει έχετε θρηνήσει έχουν θρηνήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα θρηνήσει είχες θρηνήσει είχε θρηνήσει είχαμε θρηνήσει είχατε θρηνήσει είχαν θρηνήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω θρηνήσει θα έχεις θρηνήσει θα έχει θρηνήσει θα έχουμε θρηνήσει θα έχετε θρηνήσει θα έχουν θρηνήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να θρηνώ να θρηνείς να θρηνεί να θρηνούμε να θρηνείτε να θρηνούν
αόριστος να θρηνήσω να θρηνήσεις να θρηνήσει να θρηνήσουμε να θρηνήσετε να θρηνήσουν
παρακείμενος α' να έχω θρηνήσει να έχεις θρηνήσει να έχει θρηνήσει να έχουμε θρηνήσει να έχετε θρηνήσει να έχουν θρηνήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας θρήνει θρηνείτε
αόριστος θρήνησε θρηνήστε










Griechische Definition zu θρηνώ

θρηνώ [θrinó] -ούμαι : 1. με κλάματα, κραυγές και οιμωγές εκφράζω βαθύτατο ψυχικό πόνο για μια συμφορά (προσωπική, οικογενειακή, γενικότερη). || Θα θρηνήσουμε θύματα, θα σκοτωθούν άνθρωποι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θρηνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15