θεωρώ  Verb  [theoro, thewrw]


Beispielsätze θεωρώ

... Εγώ θεωρώ ότι ανταμείβεσαι όταν μαθαίνεις ξένες γλώσσες. ...

... Τον θεωρώ φίλο μου. ...

Quelle: ggia, pinkmpnster


Beispielsätze als etw. sehen

... Eine Definition (lateinisch definitio „Abgrenzung“, aus de „(von etw.) herab/ weg“ und finis „Grenze“) ist je nach der Lehre, der hierbei gefolgt wird ...

... ‚zerteilen, aufteilen‘ z. B. die Alliierten teilten Deutschland auf. ‚etw. gemeinsam machen/erleben‘ z. B. er teilte diesen Moment auf Facebook mit ...

... wheel set oder scrambler für „Verwürfler“), der aus einer Eintrittswalze (ETW), modellabhängig drei oder vier während des Verschlüsselungsvorgangs sich ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΘΕΩΡΩ
I consider
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θεωρώθεωρούμεθεωρούμαιθεωρούμαστε
θεωρείςθεωρείτεθεωρείσαιθεωρείστε
θεωρείθεωρούν(ε)θεωρείταιθεωρούνται
Imper
fekt
θεωρούσαθεωρούσαμεθεωρούμουνθεωρούμαστε
θεωρούσεςθεωρούσατε
θεωρούσεθεωρούσαν(ε)θεωρούνταν, εθεωρείτοθεωρούνταν, εθεωρούντο
Aoristθεώρησαθεωρήσαμεθεωρήθηκαθεωρηθήκαμε
θεώρησεςθεωρήσατεθεωρήθηκεςθεωρηθήκατε
θεώρησεθεώρησαν, θεωρήσαν(ε)θεωρήθηκεθεωρήθηκαν, θεωρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω θεωρήσει
έχω θεωρημένο
έχουμε θεωρήσει
έχουμε θεωρημένο
έχω θεωρηθεί
είμαι θεωρημένος, -η
έχουμε θεωρηθεί
είμαστε θεωρημένοι, -ες
έχεις θεωρήσει
έχεις θεωρημένο
έχετε θεωρήσει
έχετε θεωρημένο
έχεις θεωρηθεί
είσαι θεωρημένος, -η
έχετε θεωρηθεί
είστε θεωρημένοι, -ες
έχει θεωρήσει
έχει θεωρημένο
έχουν θεωρήσει
έχουν θεωρημένο
έχει θεωρηθεί
είναι θεωρημένος, -η, -ο
έχουν θεωρηθεί
είναι θεωρημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα θεωρήσει
είχα θεωρημένο
είχαμε θεωρήσει
είχαμε θεωρημένο
είχα θεωρηθεί
ήμουν θεωρημένος, -η
είχαμε θεωρηθεί
ήμαστε θεωρημένοι, -ες
είχες θεωρήσει
είχες θεωρημένο
είχατε θεωρήσει
είχατε θεωρημένο
είχες θεωρηθεί
ήσουν θεωρημένος, -η
είχατε θεωρηθεί
ήσαστε θεωρημένοι, -ες
είχε θεωρήσει
είχε θεωρημένο
είχαν θεωρήσει
είχαν θεωρημένο
είχε θεωρηθεί
ήταν θεωρημένος, -η, -ο
είχαν θεωρηθεί
ήταν θεωρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θεωρώθα θεωρούμεθα θεωρούμαιθα θεωρούμαστε
θα θεωρείςθα θεωρείτεθα θεωρείσαιθα θεωρείστε
θα θεωρείθα θεωρούν(ε)θα θεωρείταιθα θεωρούνται
Fut
ur
θα θεωρήσωθα θεωρήσουμεθα θεωρηθώθα θεωρηθούμε
θα θεωρήσειςθα θεωρήσετεθα θεωρηθείςθα θεωρηθείτε
θα θεωρήσειθα θεωρήσουν(ε)θα θεωρηθείθα θεωρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θεωρήσει
θα έχω θεωρημένο
θα έχουμε θεωρήσει
θα έχουμε θεωρημένο
θα έχω θεωρηθεί
θα είμαι θεωρημένος, -η
θα έχουμε θεωρηθεί
θα είμαστε θεωρημένοι, -ες
θα έχεις θεωρήσει
θα έχεις θεωρημένο
θα έχετε θεωρήσει
θα έχετε θεωρημένο
θα έχεις θεωρηθεί
θα είσαι θεωρημένος, -η
θα έχετε θεωρηθεί
θα είστε θεωρημένοι, -η
θα έχει θεωρήσει
θα έχει θεωρημένο
θα έχουν θεωρήσει
θα έχουν θεωρημένο
θα έχει θεωρηθεί
θα είναι θεωρημένος, -η, -ο
θα έχουν θεωρηθεί
θα είναι θεωρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θεωρώνα θεωρούμενα θεωρούμαινα θεωρούμαστε
να θεωρείςνα θεωρείτενα θεωρείσαινα θεωρείστε
να θεωρείνα θεωρούν(ε)να θεωρείταινα θεωρούνται
Aoristνα θεωρήσωνα θεωρήσουμε, να θεωρήσομενα θεωρηθώνα θεωρηθούμε
να θεωρήσειςνα θεωρήσετενα θεωρηθείςνα θεωρηθείτε
να θεωρήσεινα θεωρήσουν(ε)να θεωρηθείνα θεωρηθούν(ε)
Perfνα έχω θεωρήσει
να έχω θεωρημένο
να έχουμε θεωρήσει
να έχουμε θεωρημένο
να έχω θεωρηθεί
να είμαι θεωρημένος, -η
να έχουμε θεωρηθεί
να είμαστε θεωρημένοι, -ες
να έχεις θεωρήσει
να έχεις θεωρημένο
να έχετε θεωρήσει
να έχετε θεωρημένο
να έχεις θεωρηθεί
να είσαι θεωρημένος, -η
να έχετε θεωρηθεί
να είστε θεωρημένοι, -ες
να έχει θεωρήσει
να έχει θεωρημένο
να έχουν θεωρήσει
να έχουν θεωρημένο
να έχει θεωρηθεί
να είναι θεωρημένος, -η, -ο
να έχουν θεωρηθεί
να είναι θεωρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presθεωρείτεθεωρείστε
Aoristθεώρησεθεωρήστε, θεωρήσετεθεωρήσουθεωρηθείτε
Part
izip
Presθεωρώνταςθεωρούμενος
Perfέχοντας θεωρήσει, έχοντας θεωρημένοθεωρημένος, -η, -οθεωρημένοι, -ες, -α
InfinAoristθεωρήσειθεωρηθεί




Griechische Definition zu θεωρώ

θεωρώ [θeoró] -ούμαι : 1. πιστεύω ή έχω τη γνώμη ότι κάποιος ή κτ. έχει ορισμένη ιδιότητα: Tον θεωρώ έξυπνο / ανόητο / τίμιο / κακοήθη. θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Tον θεωρούσα φίλο μου αλλά με πρόδωσε. θεωρώ τη συνεργασία του απαραίτητη. H λύση του προβλήματος θεωρήθηκε σωστή / λανθασμένη. Δε θεωρώ σωστό να κρύψω την αλήθεια. θεωρώ ότι κάθε προσπάθεια είναι μάταιη, νομίζω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θεωρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15