θερμαίνω  Verb  [thermeno, thermainw]

Ähnliche Bedeutung wie θερμαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze θερμαίνω

... Στην ελληνική μυθολογία ο Θάλπιος (< θάλπω (θερμαίνω), δηλ. «ο ένθερμος», «ο πρόθυμος»[εκκρεμεί παραπομπή]) ήταν γιος του Ευρύτου και της Θηραιφόνης, κόρης ...

... διασπαστούν εκτός του NH4ReO4. Όταν θερμαίνονται σε υψηλές θερμοκρασίες παρουσία Η2 ανάγονται προς μεταλλικό Re και όταν θερμαίνονται υπό πίεση σε αυτόκλειστα με ...

... και σιδήρου (Fe), διαλυτοποιείται σε βασιλικό νερό και μετά το διάλυμα θερμαίνεται μέχρι να απομακρυνθεί όλο το νιτρικό οξύ. Στη συνέχεια διοχετεύεται στο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze wärmen

... Setzen Sie sich dorthin und wärmen Sie sich. ...

... Wir wärmen uns in der Sommersonne. ...

... Nach dem Schlüpfen bleiben die Küken noch für einige Zeit im Nest. Die Eltern füttern und wärmen sie. ...

Quelle: Zaghawa, Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der

Grammatik


ΘΕΡΜΑΙΝΩ
I warm
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θερμαίνωθερμαίνουμε, θερμαίνομεθερμαίνομαιθερμαινόμαστε
θερμαίνειςθερμαίνετεθερμαίνεσαιθερμαίνεστε, θερμαινόσαστε
θερμαίνειθερμαίνουν(ε)θερμαίνεταιθερμαίνονται
Imper
fekt
θέρμαιναθερμαίναμεθερμαινόμουν(α)θερμαινόμαστε, θερμαινόμασταν
θέρμαινεςθερμαίνατεθερμαινόσουν(α)θερμαινόσαστε, θερμαινόσασταν
θέρμαινεθέρμαιναν, θερμαίναν(ε)θερμαινόταν(ε)θερμαίνονταν, θερμαινόντανε, θερμαινόντουσαν
Aoristθέρμαναθερμάναμεθερμάνθηκαθερμανθήκαμε
θέρμανεςθερμάνατεθερμάνθηκεςθερμανθήκατε
θέρμανεθέρμαναν, θερμάναν(ε)θερμάνθηκεθερμάνθηκαν, θερμανθήκαν(ε)
Per
fect
έχω θερμάνει
έχω θερμασμένο
έχουμε θερμάνει
έχουμε θερμασμένο
έχω θερμανθεί
είμαι θερμασμένος, -η
έχουμε θερμανθεί
είμαστε θερμασμένοι, -ες
έχεις θερμάνει
έχεις θερμασμένο
έχετε θερμάνει
έχετε θερμασμένο
έχεις θερμανθεί
είσαι θερμασμένος, -η
έχετε θερμανθεί
είστε θερμασμένοι, -ες
έχει θερμάνει
έχει θερμασμένο
έχουν θερμάνει
έχουν θερμασμένο
έχει θερμανθεί
είναι θερμασμένος, -η, -ο
έχουν θερμανθεί
είναι θερμασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα θερμάνει
είχα θερμασμένο
είχαμε θερμάνει
είχαμε θερμασμένο
είχα θερμανθεί
ήμουν θερμασμένος, -η
είχαμε θερμανθεί
ήμαστε θερμασμένοι, -ες
είχες θερμάνει
είχες θερμασμένο
είχατε θερμάνει
είχατε θερμασμένο
είχες θερμανθεί
ήσουν θερμασμένος, -η
είχατε θερμανθεί
ήσαστε θερμασμένοι, -ες
είχε θερμάνει
είχε θερμασμένο
είχαν θερμάνει
είχαν θερμασμένο
είχε θερμανθεί
ήταν θερμασμένος, -η, -ο
είχαν θερμανθεί
ήταν θερμασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θερμαίνωθα θερμαίνουμε, θα θερμαίνομεθα θερμαίνομαιθα θερμαινόμαστε
θα θερμαίνειςθα θερμαίνετεθα θερμαίνεσαιθα θερμαίνεστε, θα θερμαινόσαστε
θα θερμαίνειθα θερμαίνουν(ε)θα θερμαίνεταιθα θερμαίνονται
Fut
ur
θα θερμάνωθα θερμάνουμε, θα θερμάνομεθα θερμανθώθα θερμανθούμε
θα θερμάνειςθα θερμάνετεθα θερμανθείςθα θερμανθείτε
θα θερμάνειθα θερμάνουν(ε)θα θερμανθείθα θερμανθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θερμάνει
θα έχω θερμασμένο
θα έχουμε θερμάνει
θα έχουμε θερμασμένο
θα έχω θερμανθεί
θα είμαι θερμασμένος, -η
θα έχουμε θερμανθεί
θα είμαστε θερμασμένοι, -ες
θα έχεις θερμάνει
θα έχεις θερμασμένο
θα έχετε θερμάνει
θα έχετε θερμασμένο
θα έχεις θερμανθεί
θα είσαι θερμασμένος, -η
θα έχετε θερμανθεί
θα είστε θερμασμένοι, -ες
θα έχει θερμάνει
θα έχει θερμασμένο
θα έχουν θερμάνει
θα έχουν θερμασμένο
θα έχει θερμανθεί
θα είναι θερμασμένος, -η, -ο
θα έχουν θερμανθεί
θα είναι θερμασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θερμαίνωνα θερμαίνουμε, να θερμαίνομενα θερμαίνομαινα θερμαινόμαστε
να θερμαίνειςνα θερμαίνετενα θερμαίνεσαινα θερμαίνεστε, να θερμαινόσαστε
να θερμαίνεινα θερμαίνουν(ε)να θερμαίνεταινα θερμαίνονται
Aoristνα θερμάνωνα θερμάνουμε, να θερμάνομενα θερμανθώνα θερμανθούμε
να θερμάνειςνα θερμάνετενα θερμανθείςνα θερμανθείτε
να θερμάνεινα θερμάνουν(ε)να θερμανθείνα θερμανθούν(ε)
Perfνα έχω θερμάνει
να έχω θερμασμένο
να έχουμε θερμάνει
να έχουμε θερμασμένο
να έχω θερμανθεί
να είμαι θερμασμένος, -η
να έχουμε θερμανθεί
να είμαστε θερμασμένοι, -ες
να έχεις θερμάνει
να έχεις θερμασμένο
να έχετε θερμάνει
να έχετε θερμασμένο
να έχεις θερμανθεί
να είσαι θερμασμένος, -η
να έχετε θερμανθεί
να είστε θερμασμένοι, -ες
να έχει θερμάνει
να έχει θερμασμένο
να έχουν θερμάνει
να έχουν θερμασμένο
να έχει θερμανθεί
να είναι θερμασμένος, -η, -ο
να έχουν θερμανθεί
να είναι θερμασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presθέρμαινεθερμαίνετεθερμαίνεστε
Aoristθέρμανεθερμάνετεθερμανθείτε
Part
izip
Presθερμαίνονταςθερμαινόμενος
Perfέχοντας θερμάνει, έχοντας θερμασμένοθερμασμένος, -η, -οθερμασμένοι, -ες, -α
InfinAoristθερμάνειθερμανθεί









Person Wortform
Präsens ich heize
du heizt
er, sie, es heizt
Präteritum ich heizte
Konjunktiv II ich heizte
Imperativ Singular heiz!
heize!
Plural heizt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geheizt haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:heizen






Griechische Definition zu θερμαίνω

θερμαίνω [θerméno] -ομαι : ΣYN ζεσταίνω. 1α. αυξάνω τη θερμοκρασία ενός σώματος. ANT ψύχω: Ο ήλιος θερμαίνει τη γη. Οι ταχυθερμοσίφωνες θερμαίνουν το νερό σε λίγα λεπτά. Tο διαμέρισμα θερμαίνεται με καλοριφέρ. Θερμαινόμενος χώρος. Θερμαινόμενη πισίνα. β. παράγω ή εκπέμπω θερμότητα: Tο κάρβουνο θερμαίνει καλύτερα από το ξύλο. Aυτή η σόμπα δε θερμαίνει καλά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θερμαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15