θαρρώ  Verb  [tharro, tharrw]

Ähnliche Bedeutung wie θαρρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze θαρρώ

... Πατρίδας έχει την ευκαιρία να δείξει την αξία του στα πεδία της μάχης με το θάρρος και τον ζήλο του», για το Τάγμα του Αγίου Γεωργίου Δ΄ Τάξεως μπορούσαν να ...

... Το Βραβείο Ατομικού Θάρρους (ρωσ. Орден за личное мужество) δημιουργήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1988. Σχεδιαστής του βραβείου ήταν ο Αλεξάντερ Ζούκ. Η ...

... Η αρχαία πόλη του Θάρρους βρίσκεται στις δυτικές ακτές της Σαρδηνίας και ειδικότερα στο ακρωτήρι του Σαν Μάρκο, στον Κόλπο του Οριστάνο, κοντά στο χωριό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze glauben

... Was glauben Sie ist wahr, obwohl Sie es nicht beweisen können? ...

... Die Christen glauben an Jesus Christus. ...

... Wir glauben an Gott. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Kerstin

Grammatik


ΘΑΡΡΩ
I think
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θαρρώθαρρούμε
θαρρείςθαρρείτε
θαρρείθαρρούν(ε)
Imper
fekt
θαρρούσαθαρρούσαμε
θαρρούσεςθαρρούσατε
θαρρούσεθαρρούσαν(ε)
Aoristθάρρεψαθαρρέψαμε
θάρρεψεςθαρρέψατε
θάρρεψεθάρρεψαν, θαρρέψαν(ε)
Perf
ekt
έχω θαρρέψειέχουμε θαρρέψει
έχεις θαρρέψειέχετε θαρρέψει
έχει θαρρέψειέχουν θαρρέψει
Plu
perf
ekt
είχα θαρρέψειείχαμε θαρρέψει
είχες θαρρέψειείχατε θαρρέψει
είχε θαρρέψειείχαν θαρρέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θαρρώθα θαρρούμε
θα θαρρείςθα θαρρείτε
θα θαρρείθα θαρρούν(ε)
Fut
ur
θα θαρρέψωθα θαρρέψουμε, θα θαρρέψομε
θα θαρρέψειςθα θαρρέψετε
θα θαρρέψειθα θαρρέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θαρρέψειθα έχουμε θαρρέψει
θα έχεις θαρρέψειθα έχετε θαρρέψει
θα έχει θαρρέψειθα έχουν θαρρέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θαρρώνα θαρρούμε
να θαρρείςνα θαρρείτε
να θαρρείνα θαρρούν(ε)
Aoristνα θαρρέψωνα θαρρέψουμε, να θαρρέψομε
να θαρρέψειςνα θαρρέψετε
να θαρρέψεινα θαρρέψουν(ε)
Perfνα έχω θαρρέψεινα έχουμε θαρρέψει
να έχεις θαρρέψεινα έχετε θαρρέψει
να έχει θαρρέψεινα έχουν θαρρέψει
Imper
ativ
Presθαρρείτε
Aoristθάρρεψεθαρρέψτε
Part
izip
Presθαρρώντας
Perfέχοντας θαρρέψει
InfinAoristθαρρέψει




Griechische Definition zu θαρρώ

θαρρώ [θaró] .9α λαϊκότρ. αόρ. και θάρρεψα, απαρέμφ. και θαρρέψει : (οικ.) έχω τη γνώμη, την πεποίθηση· νομίζω, πιστεύω: θαρρώ πως κάνεις λάθος / ότι έχεις δίκιο. Θάρρεψες πως θα γλίτωνες; Σε θαρρούσα πιο έξυπνο. Όταν κοιτάζω αυτό το παιδί, θαρρώ πως βλέπω τον πατέρα του. Mη θαρρείς πως τα ξέρεις όλα.

[μσν. θαρρώ (στη σημερ. σημ.) < αρχ. θαρρῶ `έχω θάρρος, έχω εμπιστοσύνη σε κτ., πιστεύω΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θαρρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15