ηλικία  

  • Alter
    upvotedownvote

Beispielsätze

Το χαρτί, μια κινεζική εφεύρεση με ηλικία περί τα δύο χιλιάδες χρόνια, άφησε ανεξίτηλα ίχνη σε όλους τους πολιτισμούς.

Είναι περίπου στην ηλικία μου.

ηλικία έχεις;

Quelle: enteka, enteka, enteka


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

ilikia, hlikia


Deutsche Synonyme zu: ηλικία

Alter Lebensalter Lebensabschnitt Altersstufe Lebensphase Entwicklungsstadium Alterchen Silberrücken alter Herr Senior älteres Semester alter Mann älterer Herr alter Knabe nicht mehr der Jüngste Bruder Bruderherz Atze Vati Papi Paps Erzeuger (auch ironisch) Papa Kindsvater Vater Pa Dad Daddy der Alte männlicher Elternteil


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ ηλικία ηλικίες
Genitiv ηλικίας ηλικιών
Akkusativ ηλικία ηλικίες
Vokativ ηλικία ηλικίες
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15