ζεσταίνω  Verb  [zesteno, zestainw]

Ähnliche Bedeutung wie ζεσταίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ζεσταίνω

... σήμερα, ενθαλπία, που προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ενθάλπω = ζεσταίνω, κρύβω μέσα μου, περιθάλπω, χαρακτηρίζεται στη Χημεία η ενέργεια που προσφέρεται ...

... περιβάλλοντος τους, ενώ αντίθετα οι χερσαίες μορφές ποικιλοθέρμων μπορεί να ζεσταίνονται από την ηλιακή ακτινοβολία ή να δροσίζονται με την εξάτμιση. Το χαρακτηριστικό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze wärmen

... Setzen Sie sich dorthin und wärmen Sie sich. ...

... Wir wärmen uns in der Sommersonne. ...

... Nach dem Schlüpfen bleiben die Küken noch für einige Zeit im Nest. Die Eltern füttern und wärmen sie. ...

Quelle: Zaghawa, Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der

Grammatik


ΖΕΣΤΑΙΝΩ
I warm
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζεσταίνωζεσταίνουμε, ζεσταίνομεζεσταίνομαιζεσταινόμαστε
ζεσταίνειςζεσταίνετεζεσταίνεσαιζεσταίνεστε, ζεσταινόσαστε
ζεσταίνειζεσταίνουν(ε)ζεσταίνεταιζεσταίνονται
Imper
fekt
ζέσταιναζεσταίναμεζεσταινόμουν(α)ζεσταινόμαστε, ζεσταινόμασταν
ζέσταινεςζεσταίνατεζεσταινόσουν(α)ζεσταινόσαστε, ζεσταινόσασταν
ζέσταινεζέσταιναν, ζεσταίναν(ε)ζεσταινόταν(ε)ζεσταίνονταν, ζεσταινόντανε, ζεσταινόντουσαν
Aoristζέσταναζεστάναμεζεστάθηκαζεσταθήκαμε
ζέστανεςζεστάνατεζεστάθηκεςζεσταθήκατε
ζέστανεζέσταναν, ζεστάναν(ε)ζεστάθηκεζεστάθηκαν, ζεσταθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ζεστάνει
έχω ζεσταμένο
έχουμε ζεστάνει
έχουμε ζεσταμένο
έχω ζεσταθεί
είμαι ζεσταμένος, -η
έχουμε ζεσταθεί
είμαστε ζεσταμένοι, -ες
έχεις ζεστάνει
έχεις ζεσταμένο
έχετε ζεστάνει
έχετε ζεσταμένο
έχεις ζεσταθεί
είσαι ζεσταμένος, -η
έχετε ζεσταθεί
είστε ζεσταμένοι, -ες
έχει ζεστάνει
έχει ζεσταμένο
έχουν ζεστάνει
έχουν ζεσταμένο
έχει ζεσταθεί
είναι ζεσταμένος, -η, -ο
έχουν ζεσταθεί
είναι ζεσταμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ζεστάνει
είχα ζεσταμένο
είχαμε ζεστάνει
είχαμε ζεσταμένο
είχα ζεσταθεί
ήμουν ζεσταμένος, -η
είχαμε ζεσταθεί
ήμαστε ζεσταμένοι, -ες
είχες ζεστάνει
είχες ζεσταμένο
είχατε ζεστάνει
είχατε ζεσταμένο
είχες ζεσταθεί
ήσουν ζεσταμένος, -η
είχατε ζεσταθεί
ήσαστε ζεσταμένοι, -ες
είχε ζεστάνει
είχε ζεσταμένο
είχαν ζεστάνει
είχαν ζεσταμένο
είχε ζεσταθεί
ήταν ζεσταμένος, -η, -ο
είχαν ζεσταθεί
ήταν ζεσταμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζεσταίνωθα ζεσταίνουμε, θα ζεσταίνομεθα ζεσταίνομαιθα ζεσταινόμαστε
θα ζεσταίνειςθα ζεσταίνετεθα ζεσταίνεσαιθα ζεσταίνεστε, θα ζεσταινόσαστε
θα ζεσταίνειθα ζεσταίνουν(ε)θα ζεσταίνεταιθα ζεσταίνονται
Fut
ur
θα ζεστάνωθα ζεστάνουμε, θα ζεστάνομεθα ζεσταθώθα ζεσταθούμε
θα ζεστάνειςθα ζεστάνετεθα ζεσταθείςθα ζεσταθείτε
θα ζεστάνειθα ζεστάνουν(ε)θα ζεσταθείθα ζεσταθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζεστάνει
θα έχω ζεσταμένο
θα έχουμε ζεστάνει
θα έχουμε ζεσταμένο
θα έχω ζεσταθεί
θα είμαι ζεσταμένος, -η
θα έχουμε ζεσταθεί
θα είμαστε ζεσταμένοι, -ες
θα έχεις ζεστάνει
θα έχεις ζεσταμένο
θα έχετε ζεστάνει
θα έχετε ζεσταμένο
θα έχεις ζεσταθεί
θα είσαι ζεσταμένος, -η
θα έχετε ζεσταθεί
θα είστε ζεσταμένοι, -ες
θα έχει ζεστάνει
θα έχει ζεσταμένο
θα έχουν ζεστάνει
θα έχουν ζεσταμένο
θα έχει ζεσταθεί
θα είναι ζεσταμένος, -η, -ο
θα έχουν ζεσταθεί
θα είναι ζεσταμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζεσταίνωνα ζεσταίνουμε, να ζεσταίνομενα ζεσταίνομαινα ζεσταινόμαστε
να ζεσταίνειςνα ζεσταίνετενα ζεσταίνεσαινα ζεσταίνεστε, να ζεσταινόσαστε
να ζεσταίνεινα ζεσταίνουν(ε)να ζεσταίνεταινα ζεσταίνονται
Aoristνα ζεστάνωνα ζεστάνουμε, να ζεστάνομενα ζεσταθώνα ζεσταθούμε
να ζεστάνειςνα ζεστάνετενα ζεσταθείςνα ζεσταθείτε
να ζεστάνεινα ζεστάνουν(ε)να ζεσταθείνα ζεσταθούν(ε)
Perfνα έχω ζεστάνει
να έχω ζεσταμένο
να έχουμε ζεστάνει
να έχουμε ζεσταμένο
να έχω ζεσταθεί
να είμαι ζεσταμένος, -η
να έχουμε ζεσταθεί
να είμαστε ζεσταμένοι, -ες
να έχεις ζεστάνει
να έχεις ζεσταμένο
να έχετε ζεστάνει
να έχετε ζεσταμένο
να έχεις ζεσταθεί
να είσαι ζεσταμένος, -η
να έχετε ζεσταθεί
να είστε ζεσταμένοι, -ες
να έχει ζεστάνει
να έχει ζεσταμένο
να έχουν ζεστάνει
να έχουν ζεσταμένο
να έχει ζεσταθεί
να είναι ζεσταμένος, -η, -ο
να έχουν ζεσταθεί
να είναι ζεσταμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presζέσταινεζεσταίνετεζεσταίνεστε
Aoristζέστανεζεστάνετεζεσταθείτε
Part
izip
Presζεσταίνοντας
Perfέχοντας ζεστάνει, έχοντας ζεσταμένοζεσταμένος, -η, -οζεσταμένοι, -ες, -α
InfinAoristζεστάνειζεσταθεί












Griechische Definition zu ζεσταίνω

ζεσταίνω [zesténo] -ομαι : 1α. κάνω κτ. να γίνει ζεστό, του ανεβάζω τη θερμοκρασία· θερμαίνω. ANT κρυώνω, ψύχω: ζεσταίνω το νερό / ένα χώρο. Ο ήλιος ζεσταίνει την κάμαρά μου. ζεσταίνω τη μηχανή του αυτοκινήτου. || ζεσταίνω τα χέρια μου στη φωτιά. || Aνάβω τη σόμπα για να ζεσταθεί το δωμάτιο. (έκφρ.) ζεσταίνω το κοκαλάκι μου, καταφέρνω να αισθανθώ ζέστη, ενώ πριν κρύωνα: Έλα πιο κοντά στο τζάκι να ζεσταθεί το κοκαλάκι σου. ΦΡ ζεσταίνει κάποιος την καρέκλα του, είναι πολύ εργατικός. ζεσταίνω φίδι* στον κόρφο μου. β. (παθ.) αισθάνομαι ζέστη. ANT κρυώνω, δροσίζομαι: Zεστάθηκα και άνοιξα το παράθυρο. Aς ανάψουμε τη φωτιά να ζεσταθούμε. Πιες λίγο κονιάκ να ζεσταθείς. Kάνει τόσο πολλή ζέστη ή εγώ ζεσταίνομαι; γ. (παθ., ειδ. αθλ.) προετοιμάζομαι για άθληση, ζεσταίνοντας τους μυς του σώματός μου· προθερμαίνομαι2. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ζεσταίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15