ζεσταίνω Verb  [zesteno, zestainw]

  Verb
(4)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu ζεσταίνω

ζεσταίνω ζεστός + -αίνω


GriechischDeutsch
Θα του διαβάζω, θα του φτιάχνω τα μαξιλάρια, θα του ζεσταίνω τις παντόφλες, θα βεβαιώνομαι ότι φοράει τις γαλότσες του όταν βγαίνει έξω.Ich werde ihm vorlesen, seine Kissen aufschütteln, seine Pantoffeln wärmen und darauf achten, dass er draußen immer seine Stiefel trägt.

Übersetzung nicht bestätigt

Αυτή είναι η "ζεσταίνω τον πισινό μου δίπλα στη φωτιά".Die hier ist: den Po am Lagerfeuer wärmen.

Übersetzung nicht bestätigt

Λατρεύω να σε ζεσταίνωDeine Stimme, wenn du frierst und ich dich wärmen kann

Übersetzung nicht bestätigt

Δεν σε νοιάζει τι πιστεύω ή τι νιώθω... αρκεί να ζεσταίνω το κρεβάτι σου.Solange ich da bin, um dein Bett zu wärmen, ist es dir egal, was ich denke oder wie es mir geht.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
θερμαίνω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu ζεσταίνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζεσταίνωζεσταίνουμε, ζεσταίνομεζεσταίνομαιζεσταινόμαστε
ζεσταίνειςζεσταίνετεζεσταίνεσαιζεσταίνεστε, ζεσταινόσαστε
ζεσταίνειζεσταίνουν(ε)ζεσταίνεταιζεσταίνονται
Imper
fekt
ζέσταιναζεσταίναμεζεσταινόμουν(α)ζεσταινόμαστε, ζεσταινόμασταν
ζέσταινεςζεσταίνατεζεσταινόσουν(α)ζεσταινόσαστε, ζεσταινόσασταν
ζέσταινεζέσταιναν, ζεσταίναν(ε)ζεσταινόταν(ε)ζεσταίνονταν, ζεσταινόντανε, ζεσταινόντουσαν
Aoristζέσταναζεστάναμεζεστάθηκαζεσταθήκαμε
ζέστανεςζεστάνατεζεστάθηκεςζεσταθήκατε
ζέστανεζέσταναν, ζεστάναν(ε)ζεστάθηκεζεστάθηκαν, ζεσταθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ζεστάνει
έχω ζεσταμένο
έχουμε ζεστάνει
έχουμε ζεσταμένο
έχω ζεσταθεί
είμαι ζεσταμένος, -η
έχουμε ζεσταθεί
είμαστε ζεσταμένοι, -ες
έχεις ζεστάνει
έχεις ζεσταμένο
έχετε ζεστάνει
έχετε ζεσταμένο
έχεις ζεσταθεί
είσαι ζεσταμένος, -η
έχετε ζεσταθεί
είστε ζεσταμένοι, -ες
έχει ζεστάνει
έχει ζεσταμένο
έχουν ζεστάνει
έχουν ζεσταμένο
έχει ζεσταθεί
είναι ζεσταμένος, -η, -ο
έχουν ζεσταθεί
είναι ζεσταμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ζεστάνει
είχα ζεσταμένο
είχαμε ζεστάνει
είχαμε ζεσταμένο
είχα ζεσταθεί
ήμουν ζεσταμένος, -η
είχαμε ζεσταθεί
ήμαστε ζεσταμένοι, -ες
είχες ζεστάνει
είχες ζεσταμένο
είχατε ζεστάνει
είχατε ζεσταμένο
είχες ζεσταθεί
ήσουν ζεσταμένος, -η
είχατε ζεσταθεί
ήσαστε ζεσταμένοι, -ες
είχε ζεστάνει
είχε ζεσταμένο
είχαν ζεστάνει
είχαν ζεσταμένο
είχε ζεσταθεί
ήταν ζεσταμένος, -η, -ο
είχαν ζεσταθεί
ήταν ζεσταμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζεσταίνωθα ζεσταίνουμε, θα ζεσταίνομεθα ζεσταίνομαιθα ζεσταινόμαστε
θα ζεσταίνειςθα ζεσταίνετεθα ζεσταίνεσαιθα ζεσταίνεστε, θα ζεσταινόσαστε
θα ζεσταίνειθα ζεσταίνουν(ε)θα ζεσταίνεταιθα ζεσταίνονται
Fut
ur
θα ζεστάνωθα ζεστάνουμε, θα ζεστάνομεθα ζεσταθώθα ζεσταθούμε
θα ζεστάνειςθα ζεστάνετεθα ζεσταθείςθα ζεσταθείτε
θα ζεστάνειθα ζεστάνουν(ε)θα ζεσταθείθα ζεσταθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζεστάνει
θα έχω ζεσταμένο
θα έχουμε ζεστάνει
θα έχουμε ζεσταμένο
θα έχω ζεσταθεί
θα είμαι ζεσταμένος, -η
θα έχουμε ζεσταθεί
θα είμαστε ζεσταμένοι, -ες
θα έχεις ζεστάνει
θα έχεις ζεσταμένο
θα έχετε ζεστάνει
θα έχετε ζεσταμένο
θα έχεις ζεσταθεί
θα είσαι ζεσταμένος, -η
θα έχετε ζεσταθεί
θα είστε ζεσταμένοι, -ες
θα έχει ζεστάνει
θα έχει ζεσταμένο
θα έχουν ζεστάνει
θα έχουν ζεσταμένο
θα έχει ζεσταθεί
θα είναι ζεσταμένος, -η, -ο
θα έχουν ζεσταθεί
θα είναι ζεσταμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζεσταίνωνα ζεσταίνουμε, να ζεσταίνομενα ζεσταίνομαινα ζεσταινόμαστε
να ζεσταίνειςνα ζεσταίνετενα ζεσταίνεσαινα ζεσταίνεστε, να ζεσταινόσαστε
να ζεσταίνεινα ζεσταίνουν(ε)να ζεσταίνεταινα ζεσταίνονται
Aoristνα ζεστάνωνα ζεστάνουμε, να ζεστάνομενα ζεσταθώνα ζεσταθούμε
να ζεστάνειςνα ζεστάνετενα ζεσταθείςνα ζεσταθείτε
να ζεστάνεινα ζεστάνουν(ε)να ζεσταθείνα ζεσταθούν(ε)
Perfνα έχω ζεστάνει
να έχω ζεσταμένο
να έχουμε ζεστάνει
να έχουμε ζεσταμένο
να έχω ζεσταθεί
να είμαι ζεσταμένος, -η
να έχουμε ζεσταθεί
να είμαστε ζεσταμένοι, -ες
να έχεις ζεστάνει
να έχεις ζεσταμένο
να έχετε ζεστάνει
να έχετε ζεσταμένο
να έχεις ζεσταθεί
να είσαι ζεσταμένος, -η
να έχετε ζεσταθεί
να είστε ζεσταμένοι, -ες
να έχει ζεστάνει
να έχει ζεσταμένο
να έχουν ζεστάνει
να έχουν ζεσταμένο
να έχει ζεσταθεί
να είναι ζεσταμένος, -η, -ο
να έχουν ζεσταθεί
να είναι ζεσταμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presζέσταινεζεσταίνετεζεσταίνεστε
Aoristζέστανεζεστάνετεζεσταθείτε
Part
izip
Presζεσταίνοντας
Perfέχοντας ζεστάνει, έχοντας ζεσταμένοζεσταμένος, -η, -οζεσταμένοι, -ες, -α
InfinAoristζεστάνειζεσταθεί













Griechische Definition zu ζεσταίνω

ζεσταίνω [zesténo] -ομαι : 1α. κάνω κτ. να γίνει ζεστό, του ανεβάζω τη θερμοκρασία· θερμαίνω. ANT κρυώνω, ψύχω: ζεσταίνω το νερό / ένα χώρο. Ο ήλιος ζεσταίνει την κάμαρά μου. ζεσταίνω τη μηχανή του αυτοκινήτου. || ζεσταίνω τα χέρια μου στη φωτιά. || Aνάβω τη σόμπα για να ζεσταθεί το δωμάτιο. (έκφρ.) ζεσταίνω το κοκαλάκι μου, καταφέρνω να αισθανθώ ζέστη, ενώ πριν κρύωνα: Έλα πιο κοντά στο τζάκι να ζεσταθεί το κοκαλάκι σου. ΦΡ ζεσταίνει κάποιος την καρέκλα του, είναι πολύ εργατικός. ζεσταίνω φίδι* στον κόρφο μου. β. (παθ.) αισθάνομαι ζέστη. ANT κρυώνω, δροσίζομαι: Zεστάθηκα και άνοιξα το παράθυρο. Aς ανάψουμε τη φωτιά να ζεσταθούμε. Πιες λίγο κονιάκ να ζεσταθείς. Kάνει τόσο πολλή ζέστη ή εγώ ζεσταίνομαι; γ. (παθ., ειδ. αθλ.) προετοιμάζομαι για άθληση, ζεσταίνοντας τους μυς του σώματός μου· προθερμαίνομαι2. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback