εργάζομαι  Verb  [ergazome, errazome, ergazomai]

Ähnliche Bedeutung wie εργάζομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εργάζομαι

... διατέθηκε εμπορικά για το κοινό. Στο παρελθόν, είχε υπάρξει παχύσαρκος και εργαζόταν ως νεκροθάφτης. Θεωρείται ο πατέρας των διαιτών που βασίζονται σε χαμηλά ...

... υποχρεωμένη να ερμηνεύσει αρκετές ερωτικές σκηνές. Μερικές φορές αναγκαζόταν να εργάζεται επτά ημέρες την εβδομάδα, συχνά μέχρι αργά τη νύχτα, πράγμα που την κατέβαλε ...

... για διάστημα έξι μηνών, υπήρξε ο φημισμένος ζωγράφος Πίτερ Λάστμαν, που εργαζόταν στο Άμστερνταμ. Αν και συντομότερη, η μαθητεία του στο εργαστήριο του ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze arbeiten

... Er hat einen interessanten Beruf, für den er viel arbeiten muss. ...

... Sally und ich arbeiten im selben Büro. ...

... Viele Menschen arbeiten in Industriestädten. ...

Quelle: TRANG, MUIRIEL, Wolf

Grammatik


ΕΡΓΑΖΟΜΑΙ
I work
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εργάζομαιεργαζόμαστε
εργάζεσαιεργάζεστε, εργαζόσαστε
εργάζεταιεργάζονται
Imper
fekt
εργαζόμουν(α)εργαζόμαστε, εργαζόμασταν
εργαζόσουν(α)εργαζόσαστε, εργαζόσασταν
εργαζόταν(ε)εργάζονταν, εργαζόντανε, εργαζόντουσαν
Aoristεργάστηκαεργαστήκαμε
εργάστηκεςεργαστήκατε
εργάστηκεεργάστηκαν, εργαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω εργαστείέχουμε εργαστεί
έχεις εργαστείέχετε εργαστεί
έχει εργαστείέχουν εργαστεί
Plu
per
fect
είχα εργαστείείχαμε εργαστεί
είχες εργαστείείχατε εργαστεί
είχε εργαστείείχαν εργαστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εργάζομαιθα εργαζόμαστε
θα εργάζεσαιθα εργάζεστε, θα εργαζόσαστε
θα εργάζεταιθα εργάζονται
Fut
ur
θα εργαστώθα εργαστούμε
θα εργαστείςθα εργαστείτε
θα εργαστείθα εργαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εργαστείθα έχουμε εργαστεί
θα έχεις εργαστείθα έχετε εργαστεί
θα έχει εργαστείθα έχουν εργαστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εργάζομαινα εργαζόμαστε
να εργάζεσαινα εργάζεστε, να εργαζόσαστε
να εργάζεταινα εργάζονται
Aoristνα εργαστώνα εργαστούμε
να εργαστείςνα εργαστείτε
να εργαστείνα εργαστούν(ε)
Perfνα έχω εργαστείνα έχουμε εργαστεί
να έχεις εργαστείνα έχετε εργαστεί
να έχει εργαστείνα έχουν εργαστεί
Imper
ativ
Presεργάζεστε
Aoristεργάσουεργαστείτε
Part
izip
Presεργαζόμενος
Perf
InfinAoristεργαστεί




Griechische Definition zu εργάζομαι

εργάζομαι [erγázome] .1β : (πρβ. δουλεύω) 1α. ασχολούμαι με κτ. στα πλαίσια της οργανωμένης κοινωνίας, χρησιμοποιώντας τις σωματικές και τις πνευματικές μου δυνάμεις: εργάζομαι στα χωράφια / σε εργοστάσιο / στο γραφείο. εργάζομαι πολλές ώρες / σκληρά. Tην Kυριακή οι υπάλληλοι δεν εργάζονται. εργάζομαι για κπ., προσφέρω τις υπηρεσίες μου σε κπ. β. ασχολούμαι με ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, ασκώ ορισμένο επάγγελμα: Άνοιξε μαγαζί και εργάζεται πολύ καλά. Mόλις πήρε το πτυχίο του γιατρού, άρχισε να εργάζεται. Tελείωσε τη Nομική αλλά εργάστηκε ως δημοσιογράφος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εργάζομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15