επηρεάζω  Verb  [epireazo, ephreazw]

Ähnliche Bedeutung wie επηρεάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze επηρεάζω

... γλώσσας στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο, και η ιστορία του εξακολουθεί να επηρεάζει τον παγκόσμιο πολιτισμό. Κυρίως άρθρο: Ρωμαϊκό Βασίλειο Σύμφωνα ...

... ύπαρξης ιχνών θείου στον αέρα από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων. Δεν επηρεάζεται από το υδροχλωρικό οξύ, διαλύεται όμως στο πυκνό θειικό οξύ και στο αραιό ...

... ενεργά στο παιχνίδι, κατά την άποψη του διαιτητή, με το να επηρεάζει το παιχνίδι ή με το να επηρεάζει έναν αντίπαλο του ή με το να αποκτά πλεονέκτημα ευρισκόμενος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze auswirken

... Damals hoffte ich, dass die neuen Eindrücke sich auf deinen Gemütszustand günstig auswirken würden. ...

... Was immer es in dieser Welt von Gott und dem Guten gibt, muss sich durch uns auswirken und ausdrücken. Wir können nicht danebenstehen und Gott die Arbeit machen lassen. ...

... Es ist dringend notwendig zu verstehen, wie der Klimawandel sich auf unser Leben auswirken wird. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΕΠΗΡΕΑΖΩ
I influence
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επηρεάζωεπηρεάζουμε, επηρεάζομεεπηρεάζομαιεπηρεαζόμαστε
επηρεάζειςεπηρεάζετεεπηρεάζεσαιεπηρεάζεστε, επηρεαζόσαστε
επηρεάζειεπηρεάζουν(ε)επηρεάζεταιεπηρεάζονται
Imper
fekt
επηρέαζαεπηρεάζαμεεπηρεαζόμουν(α)επηρεαζόμαστε, επηρεαζόμασταν
επηρέαζεςεπηρεάζατεεπηρεαζόσουν(α)επηρεαζόσαστε, επηρεαζόσασταν
επηρέαζεεπηρέαζαν, επηρεάζαν(ε)επηρεαζόταν(ε)επηρεάζονταν, επηρεαζόντανε, επηρεαζόντουσαν
Aoristεπηρέασαεπηρεάσαμεεπηρεάστηκαεπηρεαστήκαμε
επηρέασεςεπηρεάσατεεπηρεάστηκεςεπηρεαστήκατε
επηρέασεεπηρέασαν, επηρεάσαν(ε)επηρεάστηκεεπηρεάστηκαν, επηρεαστήκανε
Per
fect
έχω επηρεάσει
έχω επηρεασμένο
έχουμε επηρεάσει
έχουμε επηρεασμένο
έχω επηρεαστεί
είμαι επηρεασμένος, -η
έχουμε επηρεαστεί
είμαστε επηρεασμένοι, -ες
έχεις επηρεάσει
έχεις επηρεασμένο
έχετε επηρεάσει
έχετε επηρεασμένο
έχεις επηρεαστεί
είσαι επηρεασμένος, -η
έχετε επηρεαστεί
είστε επηρεασμένοι, -ες
έχει επηρεάσει
έχει επηρεασμένο
έχουν επηρεάσει
έχουν επηρεασμένο
έχει επηρεαστεί
είναι επηρεασμένος, -η, -ο
έχουν επηρεαστεί
είναι επηρεασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα επηρεάσει
είχα επηρεασμένο
είχαμε επηρεάσει
είχαμε επηρεασμένο
είχα επηρεαστεί
ήμουν επηρεασμένος, -η
είχαμε επηρεαστεί
ήμαστε επηρεασμένοι, -ες
είχες επηρεάσει
είχες επηρεασμένο
είχατε επηρεάσει
είχατε επηρεασμένο
είχες επηρεαστεί
ήσουν επηρεασμένος, -η
είχατε επηρεαστεί
ήσαστε επηρεασμένοι, -ες
είχε επηρεάσει
είχε επηρεασμένο
είχαν επηρεάσει
είχαν επηρεασμένο
είχε επηρεαστεί
ήταν επηρεασμένος, -η, -ο
είχαν επηρεαστεί
ήταν επηρεασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επηρεάζωθα επηρεάζουμε, θα επηρεάζομεθα επηρεάζομαιθα επηρεαζόμαστε
θα επηρεάζειςθα επηρεάζετεθα επηρεάζεσαιθα επηρεάζεστε, θα επηρεαζόσαστε
θα επηρεάζειθα επηρεάζουν(ε)θα επηρεάζεταιθα επηρεάζονται
Fut
ur
θα επηρεάσωθα επηρεάσουμε, θα επηρεάσομεθα επηρεαστώθα επηρεαστούμε
θα επηρεάσειςθα επηρεάσετεθα επηρεαστείςθα επηρεαστείτε
θα επηρεάσειθα επηρεάσουν(ε)θα επηρεαστείθα επηρεαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επηρεάσει
θα έχω επηρεασμένο
θα έχουμε επηρεάσει
θα έχουμε επηρεασμένο
θα έχω επηρεαστεί
θα είμαι επηρεασμένος, -η
θα έχουμε επηρεαστεί
θα είμαστε επηρεασμένοι, -ες
θα έχεις επηρεάσει
θα έχεις επηρεασμένο
θα έχετε επηρεάσει
θα έχετε επηρεασμένο
θα έχεις επηρεαστεί
θα είσαι επηρεασμένος, -η
θα έχετε επηρεαστεί
θα είστε επηρεασμένοι, -ες
θα έχει επηρεάσει
θα έχει επηρεασμένο
θα έχουν επηρεάσει
θα έχουν επηρεασμένο
θα έχει επηρεαστεί
θα είναι επηρεασμένος, -η, -ο
θα έχουν επηρεαστεί
θα είναι επηρεασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επηρεάζωνα επηρεάζουμε, να επηρεάζομενα επηρεάζομαινα επηρεαζόμαστε
να επηρεάζειςνα επηρεάζετενα επηρεάζεσαινα επηρεάζεστε, να επηρεαζόσαστε
να επηρεάζεινα επηρεάζουν(ε)να επηρεάζεταινα επηρεάζονται
Aoristνα επηρεάσωνα επηρεάσουμε, να επηρεάσομενα επηρεαστώνα επηρεαστούμε
να επηρεάσειςνα επηρεάσετενα επηρεαστείςνα επηρεαστείτε
να επηρεάσεινα επηρεάσουννα επηρεαστείνα επηρεαστούν(ε)
Perfνα έχω επηρεάσει
να έχω επηρεασμένο
να έχουμε επηρεάσει
να έχουμε επηρεασμένο
να έχω επηρεαστεί
να είμαι επηρεασμένος, -η
να έχουμε επηρεαστεί
να είμαστε επηρεασμένοι, -ες
να έχεις επηρεάσει
να έχεις επηρεασμένο
να έχετε επηρεάσει
να έχετε επηρεασμένο
να έχεις επηρεαστεί
να είσαι επηρεασμένος, -η
να έχετε επηρεαστεί
να είστε επηρεασμένοι, -ες
να έχει επηρεάσει
να έχει επηρεασμένο
να έχουν επηρεάσει
να έχουν επηρεασμένο
να έχει επηρεαστεί
να είναι επηρεασμένος, -η, -ο
να έχουν επηρεαστεί
να είναι επηρεασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεπηρέαζεεπηρεάζετεεπηρεάζεστε
Aoristεπηρέασεεπηρεάστεεπηρεάσουεπηρεαστείτε
Part
izip
Presεπηρεάζονταςεπηρεαζόμενος
Perfέχοντας επηρεάσει, έχοντας επηρεασμένοεπηρεασμένος, -η, -οεπηρεασμένοι, -ες, -α
InfinAoristεπηρεάσειεπηρεαστεί










Griechische Definition zu επηρεάζω

επηρεάζω [epireázo] -ομαι : 1.ασκώ επίδραση σε κπ. ή σε κτ., συντελώ στη διαμόρφωση ή στη διαφοροποίησή του: Διάφοροι παράγοντες, όχι μόνο οικονομικοί, επηρέασαν την εξέλιξη της κοινωνίας. Tο κλίμα κάθε περιοχής επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες. H κρίση επηρεάζεται από τα συναισθήματα. || (για βλαπτική επίδραση): H υγρασία επηρεάζει την υγεία του ανθρώπου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu επηρεάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15