επεμβαίνω  Verb  [epemveno, epembainw]


Beispielsätze επεμβαίνω

... βασίλισσα Στρατονίκη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνέχισε να επεμβαίνει ενεργά στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού της Ανατολής, εξακολουθώντας ...

... στέκεται δίπλα στον ιερό θρόνο του Δία, παρατηρεί το βίο των ανθρώπων και επεμβαίνει, όποτε χρειαστεί ως "δικαία τιμωρός κατά των αδίκων". Η αντίστοιχη θεά ...

... της Σερβίας ως αρχηγός του κράτους με σημαντικές αρμοδιότητες μπορεί να επεμβαίνει αποφασιστικά στις αποφάσεις της κυβέρνησης που αφορούν την άμυνα και την ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΠΕΜΒΑΙΝΩ
I intervene
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επεμβαίνωεπεμβαίνουμε, επεμβαίνομε
επεμβαίνειςεπεμβαίνετε
επεμβαίνειεπεμβαίνουν(ε)
Imper
fekt
επενέβαιναεπεμβαίναμε
επενέβαινεςεπεμβαίνατε
επενέβαινεεπενέβαιναν, επεμβαίναν(ε)
Aoristεπέμβηκαεπεμβήκαμε
επέμβηκεςεπεμβήκατε
επέμβηκε, επενέβηεπεμβήκανε, επενέβησαν
Per
fect
έχω επέμβειέχουμε επέμβει
έχεις επέμβειέχετε επέμβει
έχει επέμβειέχουν επέμβει
Plu
per
fect
είχα επέμβειείχαμε επέμβει
είχες επέμβειείχατε επέμβει
είχε επέμβειείχαν επέμβει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επεμβαίνωθα επεμβαίνουμε, θα επεμβαίνομε
θα επεμβαίνειςθα επεμβαίνετε
θα επεμβαίνειθα επεμβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα επέμβωθα επέμβουμε, θα επέμβομε
θα επέμβειςθα επέμβετε
θα επέμβειθα επέμβουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επέμβειθα έχουμε επέμβει
θα έχεις επέμβειθα έχετε επέμβει
θα έχει επέμβειθα έχουν επέμβει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επεμβαίνωνα επεμβαίνουμε, να επεμβαίνομε
να επεμβαίνειςνα επεμβαίνετε
να επεμβαίνεινα επεμβαίνουν(ε)
Aoristνα επέμβωνα επέμβουμε, να επέμβομε
να επέμβειςνα επέμβετε
να επέμβεινα επέμβουν(ε)
Perfνα έχω επέμβεινα έχουμε επέμβει
να έχεις επέμβεινα έχετε επέμβει
να έχει επέμβεινα έχουν επέμβει
Imper
ativ
Presεπέμβαινεεπεμβαίνετε
Aoristεπέμβετε
Part
izip
Presεπεμβαίνοντας
Perfέχοντας επέμβει
InfinAoristεπέμβει










Griechische Definition zu επεμβαίνω

επεμβαίνω [epemvéno] Ρ πρτ. επενέβαινα, αόρ. γ' πρόσ. επενέβη, επενέβησαν, απαρέμφ. επέμβει : κάνω επέμβαση. 1. αναλαμβάνω δράση με σκοπό να επηρεάσω μια δραστηριότητα, μια κατάσταση κτλ., να την οδηγήσω στο επιθυμητό αποτέλεσμα: H αστυνομία επενέβη και διέλυσε τους διαδηλωτές. Tο ερώτημα είναι όχι αν πρέπει αλλά ως ποιο σημείο ο άνθρωπος μπορεί να επεμβαίνει στη φύση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu επεμβαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15