εξαφανίζω  Verb  [eksafanizo, eksafanizw]

Ähnliche Bedeutung wie εξαφανίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εξαφανίζω

... Η Κυρία Εξαφανίζεται (Αγγλικά: The Lady Vanishes) γνωστή και ως Η Εξαφάνιση της Κυρίας, ή απλά ως Η Εξαφάνισις (τίτλος της πρώτης προβολής της ταινίας) ...

... αρχική κατάσταση που είχε οδηγήσει στο υστερικό σύμπτωμα, τότε αυτό εξαφανιζόταν. Αυτή την «καθαρτική μέθοδο» του Μπρόιερ εφάρμοσε ο Φρόυντ για πρώτη ...

... παντρεμένος, έχει μία κόρη στην εφηβεία και εργάζεται ως φιλόλογος. Μία μέρα εξαφανίζεται και οι οικείοι του χάνουν τα ίχνη του. Εμφανίζεται μετά την επέμβαση ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze wegbringen

... Sie ging den Müll wegbringen und kam nicht nach Hause zurück. ...

Quelle: al_ex_an_der

Grammatik


ΕΞΑΦΑΝΙΖΩ
I disappear
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξαφανίζωεξαφανίζουμε, εξαφανίζομεεξαφανίζομαιεξαφανιζόμαστε
εξαφανίζειςεξαφανίζετεεξαφανίζεσαιεξαφανίζεστε, εξαφανιζόσαστε
εξαφανίζειεξαφανίζουν(ε)εξαφανίζεταιεξαφανίζονται
Imper
fekt
εξαφάνιζαεξαφανίζαμεεξαφανιζόμουν(α)εξαφανιζόμαστε, εξαφανιζόμασταν
εξαφάνιζεςεξαφανίζατεεξαφανιζόσουν(α)εξαφανιζόσαστε, εξαφανιζόσασταν
εξαφάνιζεεξαφάνιζαν, εξαφανίζαν(ε)εξαφανιζόταν(ε)εξαφανίζονταν, εξαφανιζόντανε, εξαφανιζόντουσαν
Aoristεξαφάνισαεξαφανίσαμεεξαφανίστηκαεξαφανιστήκαμε
εξαφάνισεςεξαφανίσατεεξαφανίστηκεςεξαφανιστήκατε
εξαφάνισεεξαφάνισαν, εξαφανίσαν(ε)εξαφανίστηκεεξαφανίστηκαν, εξαφανιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω εξαφανίσει
έχω εξαφανισμένο
έχουμε εξαφανίσει
έχουμε εξαφανισμένο
έχω εξαφανιστεί
είμαι εξαφανισμένος, -η
έχουμε εξαφανιστεί
είμαστε εξαφανισμένοι, -ες
έχεις εξαφανίσει
έχεις εξαφανισμένο
έχετε εξαφανίσει
έχετε εξαφανισμένο
έχεις εξαφανιστεί
είσαι εξαφανισμένος, -η
έχετε εξαφανιστεί
είστε εξαφανισμένοι, -ες
έχει εξαφανίσει
έχει εξαφανισμένο
έχουν εξαφανίσει
έχουν εξαφανισμένο
έχει εξαφανιστεί
είναι εξαφανισμένος, -η, -ο
έχουν εξαφανιστεί
είναι εξαφανισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξαφανίσει
είχα εξαφανισμένο
είχαμε εξαφανίσει
είχαμε εξαφανισμένο
είχα εξαφανιστεί
ήμουν εξαφανισμένος, -η
είχαμε εξαφανιστεί
ήμαστε εξαφανισμένοι, -ες
είχες εξαφανίσει
είχες εξαφανισμένο
είχατε εξαφανίσει
είχατε εξαφανισμένο
είχες εξαφανιστεί
ήσουν εξαφανισμένος, -η
είχατε εξαφανιστεί
ήσαστε εξαφανισμένοι, -ες
είχε εξαφανίσει
είχε εξαφανισμένο
είχαν εξαφανίσει
είχαν εξαφανισμένο
είχε εξαφανιστεί
ήταν εξαφανισμένος, -η, -ο
είχαν εξαφανιστεί
ήταν εξαφανισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξαφανίζωθα εξαφανίζουμε, θα εξαφανίζομεθα εξαφανίζομαιθα εξαφανιζόμαστε
θα εξαφανίζειςθα εξαφανίζετεθα εξαφανίζεσαιθα εξαφανίζεστε, θα εξαφανιζόσαστε
θα εξαφανίζειθα εξαφανίζουν(ε)θα εξαφανίζεταιθα εξαφανίζονται
Fut
ur
θα εξαφανίσωθα εξαφανίσουμε, θα εξαφανίζομεθα εξαφανιστώθα εξαφανιστούμε
θα εξαφανίσειςθα εξαφανίσετεθα εξαφανιστείςθα εξαφανιστείτε
θα εξαφανίσειθα εξαφανίσουν(ε)θα εξαφανιστείθα εξαφανιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξαφανίσει
θα έχω εξαφανισμένο
θα έχουμε εξαφανίσει
θα έχουμε εξαφανισμένο
θα έχω εξαφανιστεί
θα είμαι εξαφανισμένος, -η
θα έχουμε εξαφανιστεί
θα είμαστε εξαφανισμένοι, -ες
θα έχεις εξαφανίσει
θα έχεις εξαφανισμένο
θα έχετε εξαφανίσει
θα έχετε εξαφανισμένο
θα έχεις εξαφανιστεί
θα είσαι εξαφανισμένος, -η
θα έχετε εξαφανιστεί
θα είστε εξαφανισμένοι, -ες
θα έχει εξαφανίσει
θα έχει εξαφανισμένο
θα έχουν εξαφανίσει
θα έχουν εξαφανισμένο
θα έχει εξαφανιστεί
θα είναι εξαφανισμένος, -η, -ο
θα έχουν εξαφανιστεί
θα είναι εξαφανισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξαφανίζωνα εξαφανίζουμε, να εξαφανίζομενα εξαφανίζομαινα εξαφανιζόμαστε
να εξαφανίζειςνα εξαφανίζετενα εξαφανίζεσαινα εξαφανίζεστε, να εξαφανιζόσαστε
να εξαφανίζεινα εξαφανίζουν(ε)να εξαφανίζεταινα εξαφανίζονται
Aoristνα εξαφανίσωνα εξαφανίσουμε, να εξαφανίσομενα εξαφανιστώνα εξαφανιστούμε
να εξαφανίσειςνα εξαφανίσετενα εξαφανιστείςνα εξαφανιστείτε
να εξαφανίσεινα εξαφανίσουν(ε)να εξαφανιστείνα εξαφανιστούν(ε)
Perfνα έχω εξαφανίσει
να έχω εξαφανισμένο
να έχουμε εξαφανίσει
να έχουμε εξαφανισμένο
να έχω εξαφανιστεί
να είμαι εξαφανισμένος, -η
να έχουμε εξαφανιστεί
να είμαστε εξαφανισμένοι, -ες
να έχεις εξαφανίσει
να έχεις εξαφανισμένο
να έχετε εξαφανίσει
να έχετε εξαφανισμένο
να έχεις εξαφανιστεί
να είσαι εξαφανισμένος, -η
να έχετε εξαφανιστεί
να είστε εξαφανισμένοι, -ες
να έχει εξαφανίσει
να έχει εξαφανισμένο
να έχουν εξαφανίσει
να έχουν εξαφανισμένο
να έχει εξαφανιστεί
να είναι εξαφανισμένος, -η, -ο
να έχουν εξαφανιστεί
να είναι εξαφανισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξαφάνιζεεξαφανίζετεεξαφανίζεστε
Aoristεξαφάνισεεξαφανίστεεξαφανίσουεξαφανιστείτε
Part
izip
Presεξαφανίζονταςεξαφανιζόμενος
Perfέχοντας εξαφανίσει, έχοντας εξαφανισμένοεξαφανισμένος, -η, -οεξαφανισμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξαφανίσειεξαφανιστεί












Griechische Definition zu εξαφανίζω

εξαφανίζω [eksafanízo] -ομαι : 1.(για πρόσ. ή για πργ.) κάνω να μη φαίνεται, να μη γίνεται αντιληπτό(ς) ή να μην μπορεί να βρεθεί: Tο πλοίο εξαφανίστηκε στο βάθος του ορίζοντα. Έστριψε στη γωνία και εξαφανίστηκε. Ο δράστης εξαφάνισε όλα τα ίχνη του εγκλήματος / τα ενοχοποιητικά στοιχεία. Bρήκε τις παλιές μου φωτογραφίες και τις εξαφάνισε, τις έκρυψε. || (παθ.) δεν είναι γνωστό πού βρίσκομαι: Εξαφανίστηκαν πολύτιμα έργα τέχνης από το μουσείο. Εξαφανίστηκε ένας ηλικιωμένος που πάσχει από αμνησία. || (παθ., οικ.) παύω να επικοινωνώ με κπ.: Πού εξαφανίστηκες τόσες μέρες; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξαφανίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15