εξακριβώνω  Verb  [eksakrivono, eksakribwnw]

Ähnliche Bedeutung wie εξακριβώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ermitteln

... Bitte ermitteln Sie den Flächeninhalt des Dreiecks. ...

... Man sagt, dass Menschen mit absolutem Gehör durch das reine Zuhören ermitteln können, welche Tonhöhe eine Note hat. ...

... Wir wollen sehen, was sich ermitteln lässt. ...

Quelle: Zaghawa, raggione, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΕΞΑΚΡΙΒΩΝΩ
I ascertain
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξακριβώνωεξακριβώνουμε, εξακριβώνομεεξακριβώνομαιεξακριβωνόμαστε
εξακριβώνειςεξακριβώνετεεξακριβώνεσαιεξακριβώνεστε, εξακριβωνόσαστε
εξακριβώνειεξακριβώνουν(ε)εξακριβώνεταιεξακριβώνονται
Imper
fekt
εξακρίβωναεξακριβώναμεεξακριβωνόμουν(α)εξακριβωνόμαστε, εξακριβωνόμασταν
εξακρίβωνεςεξακριβώνατεεξακριβωνόσουν(α)εξακριβωνόσαστε, εξακριβωνόσασταν
εξακρίβωνεεξακρίβωναν, εξακριβώναν(ε)εξακριβωνόταν(ε)εξακριβώνονταν, εξακριβωνόντανε, εξακριβωνόντουσαν
Aoristεξακρίβωσαεξακριβώσαμεεξακριβώθηκαεξακριβωθήκαμε
εξακρίβωσεςεξακριβώσατεεξακριβώθηκεςεξακριβωθήκατε
εξακρίβωσεεξακρίβωσαν, εξακριβώσαν(ε)εξακριβώθηκεεξακριβώθηκαν, εξακριβωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εξακριβώσει
έχω εξακριβωμένο
έχουμε εξακριβώσει
έχουμε εξακριβωμένο
έχω εξακριβωθεί
είμαι εξακριβωμένος, -η
έχουμε εξακριβωθεί
είμαστε εξακριβωμένοι, -ες
έχεις εξακριβώσει
έχεις εξακριβωμένο
έχετε εξακριβώσει
έχετε εξακριβωμένο
έχεις εξακριβωθεί
είσαι εξακριβωμένος, -η
έχετε εξακριβωθεί
είστε εξακριβωμένοι, -ες
έχει εξακριβώσει
έχει εξακριβωμένο
έχουν εξακριβώσει
έχουν εξακριβωμένο
έχει εξακριβωθεί
είναι εξακριβωμένος, -η, -ο
έχουν εξακριβωθεί
είναι εξακριβωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξακριβώσει
είχα εξακριβωμένο
είχαμε εξακριβώσει
είχαμε εξακριβωμένο
είχα εξακριβωθεί
ήμουν εξακριβωμένος, -η
είχαμε εξακριβωθεί
ήμαστε εξακριβωμένοι, -ες
είχες εξακριβώσει
είχες εξακριβωμένο
είχατε εξακριβώσει
είχατε εξακριβωμένο
είχες εξακριβωθεί
ήσουν εξακριβωμένος, -η
είχατε εξακριβωθεί
ήσαστε εξακριβωμένοι, -ες
είχε εξακριβώσει
είχε εξακριβωμένο
είχαν εξακριβώσει
είχαν εξακριβωμένο
είχε εξακριβωθεί
ήταν εξακριβωμένος, -η, -ο
είχαν εξακριβωθεί
ήταν εξακριβωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξακριβώνωθα εξακριβώνουμε, θα εξακριβώνομεθα εξακριβώνομαιθα εξακριβωνόμαστε
θα εξακριβώνειςθα εξακριβώνετεθα εξακριβώνεσαιθα εξακριβώνεστε, θα εξακριβωνόσαστε
θα εξακριβώνειθα εξακριβώνουν(ε)θα εξακριβώνεταιθα εξακριβώνονται
Fut
ur
θα εξακριβώσωθα εξακριβώσουμε, θα εξακριβώσομεθα εξακριβωθώθα εξακριβωθούμε
θα εξακριβώσειςθα εξακριβώσετεθα εξακριβωθείςθα εξακριβωθείτε
θα εξακριβώσειθα εξακριβώσουνθα εξακριβωθείθα εξακριβωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξακριβώσει
θα έχω εξακριβωμένο
θα έχουμε εξακριβώσει
θα έχουμε εξακριβωμένο
θα έχω εξακριβωθεί
θα είμαι εξακριβωμένος, -η
θα έχουμε εξακριβωθεί
θα είμαστε εξακριβωμένοι, -ες
θα έχεις εξακριβώσει
θα έχεις εξακριβωμένο
θα έχετε εξακριβώσει
θα έχετε εξακριβωμένο
θα έχεις εξακριβωθεί
θα είσαι εξακριβωμένος, -η
θα έχετε εξακριβωθεί
θα είστε εξακριβωμένοι, -ες
θα έχει εξακριβώσει
θα έχει εξακριβωμένο
θα έχουν εξακριβώσει
θα έχουν εξακριβωμένο
θα έχει εξακριβωθεί
θα είναι εξακριβωμένος, -η, -ο
θα έχουν εξακριβωθεί
θα είναι εξακριβωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξακριβώνωνα εξακριβώνουμε, να εξακριβώνομενα εξακριβώνομαινα εξακριβωνόμαστε
να εξακριβώνειςνα εξακριβώνετενα εξακριβώνεσαινα εξακριβώνεστε, να εξακριβωνόσαστε
να εξακριβώνεινα εξακριβώνουν(ε)να εξακριβώνεταινα εξακριβώνονται
Aoristνα εξακριβώσωνα εξακριβώσουμε, να εξακριβώσομενα εξακριβωθώνα εξακριβωθούμε
να εξακριβώσειςνα εξακριβώσετενα εξακριβωθείςνα εξακριβωθείτε
να εξακριβώσεινα εξακριβώσουν(ε)να εξακριβωθείνα εξακριβωθούν(ε)
Perfνα έχω εξακριβώσει
να έχω εξακριβωμένο
να έχουμε εξακριβώσει
να έχουμε εξακριβωμένο
να έχω εξακριβωθεί
να είμαι εξακριβωμένος, -η
να έχουμε εξακριβωθεί
να είμαστε εξακριβωμένοι, -ες
να έχεις εξακριβώσει
να έχεις εξακριβωμένο
να έχετε εξακριβώσει
να έχετε εξακριβωμένο
να έχεις εξακριβωθεί
να είσαι εξακριβωμένος, -η
να έχετε εξακριβωθεί
να είστε εξακριβωμένοι, -ες
να έχει εξακριβώσει
να έχει εξακριβωμένο
να έχουν εξακριβώσει
να έχουν εξακριβωμένο
να έχει εξακριβωθεί
να είναι εξακριβωμένος, -η, -ο
να έχουν εξακριβωθεί
να είναι εξακριβωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξακρίβωνεεξακριβώνετεεξακριβώνεστε
Aoristεξακρίβωσεεξακριβώστε, εξακριβώσετεεξακριβώσουεξακριβωθείτε
Part
izip
Presεξακριβώνοντας
Perfέχοντας εξακριβώσει, έχοντας εξακριβωμένοεξακριβωμένος, -η, -οεξακριβωμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξακριβώσειεξακριβωθεί






Griechische Definition zu εξακριβώνω

εξακριβώνω [eksakrivóno] -ομαι : σχηματίζω αντίληψη για κτ. ύστερα από λεπτομερή και συστηματική έρευνα: H αστυνομία προσπαθεί να εξακριβώσει τα κίνητρα του εγκλήματος. α. ελέγχω: Οι πληροφορίες δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένες. β. επαληθεύω: Οι θέσεις του είναι θεωρητικές· δεν έχουν εξακριβωθεί στην πράξη.

[λόγ. < αρχ. ἐξακριβ(ῶ) -ώνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξακριβώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15