εξαίρω  Verb  [eksero, eksairw]

Ähnliche Bedeutung wie εξαίρω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εξαίρω

... του (2 + 4 + 8 + 16 + 32 + 64 + 127 + 254 + 508 + 1016 + 2032 + 4064) εξαιρώντας το 1 και τον εαυτό του από τους διαιρέτες. Οι προηγούμενοι τέλειοι αριθμοί ...

... Μακεδονία και Θράκη. Ειδικές παρατηρήσεις: α) από τα νησιά του Αιγαίου εξαιρούνται τα Δωδεκάνησα ενώ περιλαμβάνονται η Ίμβρος και η Τένεδος και β) στη Γενική ...

... εκτός των Νήσοι Φερόες Γροιλανδία Γαλλία (ηπειρωτική χώρα μόνο, εξαιρούνται οι άλλες επικράτειες) Γερμανία Γιβραλτάρ (ΗΒ) Ουγγαρία Ιταλία Κόσοβο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze preisen

... Wir preisen Jesus Christus! ...

Quelle: list

Grammatik


ΕΞΑΙΡΩ
I exclude
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξαιρώεξαιρούμεεξαιρούμαιεξαιρούμαστε
εξαιρείςεξαιρείτεεξαιρείσαιεξαιρείστε
εξαιρείεξαιρούν(ε)εξαιρείταιεξαιρούνται
Imper
fekt
εξαιρούσαεξαιρούσαμεεξαιρούμουνεξαιρούμαστε
εξαιρούσεςεξαιρούσατε
εξαιρούσεεξαιρούσαν(ε)εξαιρούνταν, εξαιρείτοεξαιρούνταν, εξαιρούντο
Aoristεξαίρεσαεξαιρέσαμεεξαιρέθηκαεξαιρεθήκαμε
εξαίρεσεςεξαιρέσατεεξαιρέθηκεςεξαιρεθήκατε
εξαίρεσεεξαίρεσαν, εξαιρέσαν(ε)εξαιρέθηκεεξαιρέθηκαν, εξαιρεθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω εξαιρέσειέχουμε εξαιρέσειέχω εξαιρεθείέχουμε εξαιρεθεί
έχεις εξαιρέσειέχετε εξαιρέσειέχεις εξαιρεθείέχετε εξαιρεθεί
έχει εξαιρέσειέχουν εξαιρέσειέχει εξαιρεθείέχουν εξαιρεθεί
Plu
perf
ekt
είχα εξαιρέσειείχαμε εξαιρέσειείχα εξαιρεθείείχαμε εξαιρεθεί
είχες εξαιρέσειείχατε εξαιρέσειείχες εξαιρεθείείχατε εξαιρεθεί
είχε εξαιρέσειείχαν εξαιρέσειείχε εξαιρεθείείχαν εξαιρεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξαιρώθα εξαιρούμεθα εξαιρούμαιθα εξαιρούμαστε
θα εξαιρείςθα εξαιρείτεθα εξαιρείσαιθα εξαιρείστε
θα εξαιρείθα εξαιρούν(ε)θα εξαιρείταιθα εξαιρούνται
Fut
ur
θα εξαιρέσωθα εξαιρέσουμε, θα εξαιρέσομεθα εξαιρεθώθα εξαιρεθούμε
θα εξαιρέσειςθα εξαιρέσετεθα εξαιρεθείςθα εξαιρεθείτε
θα εξαιρέσειθα εξαιρέσουν(ε)θα εξαιρεθείθα εξαιρεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξαιρέσειθα έχουμε εξαιρέσειθα έχω εξαιρεθείθα έχουμε εξαιρεθεί
θα έχεις εξαιρέσειθα έχετε εξαιρέσειθα έχεις εξαιρεθείθα έχετε εξαιρεθεί
θα έχει εξαιρέσειθα έχουν εξαιρέσειθα έχει εξαιρεθείθα έχουν εξαιρεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξαιρώνα εξαιρούμενα εξαιρούμαινα εξαιρούμαστε
να εξαιρείςνα εξαιρείτενα εξαιρείσαινα εξαιρείστε
να εξαιρείνα εξαιρούν(ε)να εξαιρείταινα εξαιρούνται
Aoristνα εξαιρέσωνα εξαιρέσουμε, να εξαιρέσομενα εξαιρεθώνα εξαιρεθούμε
να εξαιρέσειςνα εξαιρέσετενα εξαιρεθείςνα εξαιρεθείτε
να εξαιρέσεινα εξαιρέσουν(ε)να εξαιρεθείνα εξαιρεθούν(ε)
Perfνα έχω εξαιρέσεινα έχουμε εξαιρέσεινα έχω εξαιρεθείνα έχουμε εξαιρεθεί
να έχεις εξαιρέσεινα έχετε εξαιρέσεινα έχεις εξαιρεθείνα έχετε εξαιρεθεί
να έχει εξαιρέσεινα έχουν εξαιρέσεινα έχει εξαιρεθείνα έχουν εξαιρεθεί
Imper
ativ
Presεξαιρείτεεξαιρείστε
Aoristεξαίρεσεεξαιρέστε, εξαιρέσετεεξαιρέσουεξαιρεθείτε
Part
izip
Presεξαιρώνταςεξαιρούμενος
Perfέχοντας εξαιρέσει
InfinAoristεξαιρέσειεξαιρεθεί





Person Wortform
Präsens ich lobe
du lobst
er, sie, es lobt
Präteritum ich lobte
Konjunktiv II ich lobte
Imperativ Singular lobe!
lob!
Plural lobt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelobt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:loben






Griechische Definition zu εξαίρω

εξαίρω [ekséro] -ομαι Ρ αόρ. εξήρα, απαρέμφ. εξάρει, παθ. αόρ. εξάρθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και εξήρθη, εξήρθησαν, απαρέμφ. εξαρθεί : 1α.αναφέρω, περιγράφω κτ. με έμφαση, τονίζοντας τις ιδιαιτερότητές του, για να γίνει αντιληπτό ή πιο κατανοητό: Όχι μόνο δεν απέκρυψε αλλά αντίθετα εξήρε τις δυσκολίες του εγχειρήματος. β. επαινώ, εγκωμιάζω, εκθειάζω: Εξαίρεται το έργο μιας προσωπικότητας. Ξενόδουλο καθεστώς που δε δίστασε να εξάρει ακόμα και τη δράση των δωσιλόγων. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξαίρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15