εμπνέω  Verb  [ebneo, empnew]

Ähnliche Bedeutung wie εμπνέω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εμπνέω

... [του αναγνώστη] θα πρέπει να καθίσταται δύσκολο, καθώς μόνο η δυσκολία εμπνέει εκείνον που έχει ευγενή κίνητρα». Ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν εξέφρασε την ...

... Αχιλληίδα) και η Διήγησις γεναμένη εν Τροία (γνωστή και ως Βυζαντινή Ιλιάδα), εμπνέονται από την ομηρική παράδοση, διασκευάζοντάς την όμως ελεύθερα: ο Αχιλλέας ...

... μοναχών να τραγουδάει στον ερειπωμένο ναό του Δία στη Ρώμη, γεγονός που τον εμπνέει να αρχίσει το έργο του Η Ιστορία της Παρακμής και της Πτώσης της Ρωμαϊκής ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze die Infusion

... Sobald sich die Symptome verbessern oder ganz abklingen, kann die Infusion fortgesetzt werden. ...

Quelle: al_ex_an_der

Grammatik


ΕΜΠΝΕΩ
I inspire
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εμπνέωεμπνέουμε, εμπνέομεεμπνέομαιεμπνεόμαστε
εμπνέειςεμπνέετεεμπνέεσαιεμπνέεστε, εμπνεόσαστε
εμπνέειεμπνέουν(ε)εμπνέεταιεμπνέονται
Imper
fekt
ενέμπνεαεμπνέαμεεμπνεόμουν(α)εμπνεόμαστε, εμπνεόμασταν
ενέμπνεεςεμπνέατεεμπνεόσουν(α)εμπνεόσαστε, εμπνεόσασταν
ενέμπνεεενέμπνεαν, εμπνέαν(ε)εμπνεόταν(ε)εμπνέονταν, εμπνεόντανε, εμπνεόντουσαν
Aoristενέπνευσαεμπνεύσαμεεμπνεύστηκαεμπνευστήκαμε
ενέπνευσεςεμπνεύσατεεμπνεύστηκεςεμπνευστήκατε
ενέπνευσεενέπνευσαν, εμπνεύσαν(ε)εμπνεύστηκεεμπνεύστηκαν, εμπνευστήκαν(ε)
Per
fect
έχω εμπνεύσειέχουμε εμπνεύσειέχω εμπνευστεί
είμαι εμπνευσμένος, -η
έχουμε εμπνευστεί
είμαστε εμπνευσμένοι, -ες
έχεις εμπνεύσειέχετε εμπνεύσειέχεις εμπνευστεί
είσαι εμπνευσμένος, -η
έχετε εμπνευστεί
είστε εμπνευσμένοι, -ες
έχει εμπνεύσειέχουν εμπνεύσειέχει εμπνευστεί
είναι εμπνευσμένος, -η, -ο
έχουν εμπνευστεί
είναι εμπνευσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εμπνεύσειείχαμε εμπνεύσειείχα εμπνευστεί
ήμουν εμπνευσμένος, -η
είχαμε εμπνευστεί
ήμαστε εμπνευσμένοι, -ες
είχες εμπνεύσειείχατε εμπνεύσειείχες εμπνευστεί
ήσουν εμπνευσμένος, -η
είχατε εμπνευστεί
ήσαστε εμπνευσμένοι, -ες
είχε εμπνεύσειείχαν εμπνεύσειείχε εμπνευστεί
ήταν εμπνευσμένος, -η, -ο
είχαν εμπνευστεί
ήταν εμπνευσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εμπνέωθα εμπνέουμε, θα εμπνέομεθα εμπνέομαιθα εμπνεόμαστε
θα εμπνέειςθα εμπνέετεθα εμπνέεσαιθα εμπνέεστε, θα εμπνεόσαστε
θα εμπνέειθα εμπνέουν(ε)θα εμπνέεταιθα εμπνέονται
Fut
ur
θα εμπνεύσωθα εμπνεύσουμε, θα εμπνεύσομεθα εμπνευστώθα εμπνευστούμε
θα εμπνεύσειςθα εμπνεύσετεθα εμπνευστείςθα εμπνευστείτε
θα εμπνεύσειθα εμπνεύσουν(ε)θα εμπνευστείθα εμπνευστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εμπνεύσειθα έχουμε εμπνεύσειθα έχω εμπνευστεί
θα είμαι εμπνευσμένος, -η
θα έχουμε εμπνευστεί
θα είμαστε εμπνευσμένοι, -ες
θα έχεις εμπνεύσειθα έχετε εμπνεύσειθα έχεις εμπνευστεί
θα είσαι εμπνευσμένος, -η
θα έχετε εμπνευστεί
θα είστε εμπνευσμένοι, -ες
θα έχει εμπνεύσειθα έχουν εμπνεύσειθα έχει εμπνευστεί
θα είναι εμπνευσμένος, -η, -ο
θα έχουν εμπνευστεί
θα είναι εμπνευσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εμπνέωνα εμπνέουμε, να εμπνέομενα εμπνέομαινα εμπνεόμαστε
να εμπνέειςνα εμπνέετενα εμπνέεσαινα εμπνέεστε, να εμπνεόσαστε
να εμπνέεινα εμπνέουν(ε)να εμπνέεταινα εμπνέονται
Aoristνα εμπνεύσωνα εμπνεύσουμε, να εμπνεύσομενα εμπνευστώνα εμπνευστούμε
να εμπνεύσειςνα εμπνεύσετενα εμπνευστείςνα εμπνευστείτε
να εμπνεύσεινα εμπνεύσουν(ε)να εμπνευστείνα εμπνευστούν(ε)
Perfνα έχω εμπνεύσεινα έχουμε εμπνεύσεινα έχω εμπνευστεί
να είμαι εμπνευσμένος, -η
να έχουμε εμπνευστεί
να είμαστε εμπνευσμένοι, -ες
να έχεις εμπνεύσεινα έχετε εμπνεύσεινα έχεις εμπνευστεί
να είσαι εμπνευσμένος, -η
να έχετε εμπνευστεί
να είστε εμπνευσμένοι, -ες
να έχει εμπνεύσεινα έχουν εμπνεύσεινα έχει εμπνευστεί
να είναι εμπνευσμένος, -η, -ο
να έχουν εμπνευστεί
να είναι εμπνευσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presέμπνεεεμπνέετεεμπνέεστε
Aoristέμπνευσεεμπνεύσετε, εμπνεύστεεμπνεύσουεμπνευστείτε
Part
izip
Presεμπνέοντας
Perfέχοντας εμπνεύσειεμπνευσμένος, -η, -οεμπνευσμένοι, -ες, -α
InfinAoristεμπνεύσειεμπνευστεί








Griechische Definition zu εμπνέω

εμπνέω [embnéo] -ομαι Ρ αόρ. ενέπνευσα, απαρέμφ. εμπνεύσει, παθ. αόρ. εμπνεύστηκα, απαρέμφ. εμπνευστεί, μππ. εμπνευσμένος : 1.βάζω στη συνείδηση κάποιου ένα συναίσθημα, μια σκέψη, ιδέα, κτλ.: H παρουσία του ενέπνευσε θάρρος και πίστη στους στρατιώτες. Ο δάσκαλός τους τους είχε εμπνεύσει την αγάπη και το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία. Tο ύφος του δε μου εμπνέει καμία εμπιστοσύνη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εμπνέω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15