{η}  εμμονή  Subst.  [emmoni, emmonh]

{die}    Subst.
(235)
{die}    Subst.
(8)
(3)

Etymologie zu εμμονή

εμμονή (λόγιο) altgriechisch ἐμμονή ἐμμένω[1]


GriechischDeutsch
Η πρώτη: δημιουργήθηκε συχνά η εντύπωση ότι στο Μπιαρρίτς, υπήρχε μια εμμονή στη συζήτηση μεταξύ μικρών και μεγάλων κρατών.Erstens, man hat zuweilen den Eindruck gehabt, dass in Biarritz eine gewisse Besessenheit von der Debatte zwischen kleinen und großen Staaten vorherrschte.

Übersetzung bestätigt

Για εμμονή μάλλον πρόκειται παρά για παράδοση.Wenn überhaupt, dann ist es eher Besessenheit.

Übersetzung bestätigt

Πιστεύω ότι αυτή η ξαφνική εμμονή με τις εκπομπές του άνθρακα αποτελεί έναν αντιπερισπασμό, μια προσπάθεια να ξεχάσουμε όλα αυτά τα άλλα σχέδια που είχαν απογοητευτικά αποτελέσματα, όπως η Στρατηγική της Λισαβόνας, η πολιτική ασύλου και μετανάστευσης, η μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής, το ευρώ και πολλά άλλα.Ich vermute, diese plötzliche Besessenheit mit Kohlenstoffemissionen ist eine Ablenkung, ein Versuch, uns von all den anderen Projekten abzubringen, die enttäuschende Ergebnisse gebracht haben, wie die Lissabon-Strategie, die Einwanderungsund Asylpolitik, die Reform der Gemeinsamen Agrarpolitik, der Euro und etliche andere.

Übersetzung bestätigt

Παρόμοιες ψευδαισθήσεις έγιναν εμφανείς όταν και πάλι απόλυτα δικαιολογημένα επιτέθηκε στην αποπληθωριστική εμμονή της ανεξάρτητης Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην Φρανκφούρτη.Die gleichen Illusionen werden deutlich, wenn er sich auch hier wieder zu Recht gegen die deflationistische Besessenheit der unabhängigen Europäischen Zentralbank in Frankfurt wendet. Doch wem soll man glauben?

Übersetzung bestätigt

Κύριε Weber, πρέπει να πω ότι ο κ. Mayor Oreja επέδειξε έλλειψη κοινοβουλευτικής αβρότητας δεδομένου ότι δεν εξήγησε στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων τον λόγο για τον οποίο καταψήφισε και στη συνέχεια απέρριψε την έκθεση. " εμμονή του να διαβιβάσει στο Κοινοβούλιο τη συστηματική αντίθεση σε εθνικό επίπεδο φανερώνει πολλά για τη δημοκρατική στάση του προηγούμενου ομιλητή.Herr Weber, ich muss sagen, dass es Herrn Mayor Oreja an parlamentarischer Höflichkeit gefehlt hat, als er dem Ausschuss für bürgerliche Freiheiten, Justiz und Inneres keine Erklärung gegeben hat, warum er dagegen gestimmt und anschließend den Bericht abgelehnt hat. Seine Besessenheit, die systematische Opposition auf nationaler Ebene auf das Parlament zu übertragen, sagt viel über die demokratische Einstellung des Vorredners aus.

Übersetzung bestätigt


Synonyme zu εμμονή

  • κόλλημα (ανεπίσημο)

Ähnliche Wörter zu εμμονή

Noch keine ähnlichen Wörter




Griechische Definition zu εμμονή

εμμονή η [emoní] : το αποτέλεσμα του εμμένω, το να είναι κάποιος ανυποχώρητος, να μένει σταθερός ή πιστός σε μια άποψη, ιδέα, στάση κτλ.· (πρβ. επιμονή): Aυστηρή / σχολαστική / δογματική εμμονή. εμμονή σε μια απόφαση. εμμονή σε πεποιθήσεις / σε αρχές, πίστη. Πεισματική εμμονή, επιμονή.

[λόγ. < αρχ. ἐμμονή `συνέχιση΄ κατά τη σημ. της λ. εμμένω]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback