{η}  εμμονή  Subst.  [emmoni, emmonh]


Beispielsätze εμμονή

... Ο Τομ έχει εμμονή με το σεξ. ...

... ημερολογίου, ήταν η εμμονή του κλήρου, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του λαού, και πως η Δημοκρατία θα έφερνε ανατίμηση του νομίσματος και οι τιμές της σταφίδας ...

... Κάποτε μία βροχερή νύχτα δύο μωρά γεννήθηκαν περιμένοντας το καθένα το αγκάλιασμα μίας στοργικής οικογένειας. Αλλά η εμμονή για έναν αρσενικό κληρονόμο ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik




Singular

Plural

Nominativ die Besessenheit

Genitiv der Besessenheit

Dativ der Besessenheit

Akkusativ die Besessenheit




Singular

Plural

Nominativ die Ausdauer

Genitiv der Ausdauer

Dativ der Ausdauer

Akkusativ die Ausdauer



Griechische Definition zu εμμονή

εμμονή η [emoní] : το αποτέλεσμα του εμμένω, το να είναι κάποιος ανυποχώρητος, να μένει σταθερός ή πιστός σε μια άποψη, ιδέα, στάση κτλ.· (πρβ. επιμονή): Aυστηρή / σχολαστική / δογματική εμμονή. εμμονή σε μια απόφαση. εμμονή σε πεποιθήσεις / σε αρχές, πίστη. Πεισματική εμμονή, επιμονή.

[λόγ. < αρχ. ἐμμονή `συνέχιση΄ κατά τη σημ. της λ. εμμένω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εμμονή

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15