εκνευρίζω  Verb  [eknevrizo, ekneyrizw]

Ähnliche Bedeutung wie εκνευρίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εκνευρίζω

... Πεπίτας. Το κόλπο έχει επιτυχία. Όμως η Πεπίτα αποφασίζει να πάει, ο Φωκάς εκνευρίζεται, αλλά ηρεμεί. Μετά, στη δεξίωση Ρένα και Πεπίτα τραγουδούν με μεγάλη ...

... βοηθήσει να βρει τον εαυτό του. Η παρουσία του Ντάντλεϊ εκνευρίζει τον Χένρι κι εκνευρίζεται ακόμα περισσότερο όταν διαπιστώνει ότι όλα τα πλούσια μέλη ...

... επάγγελμα. Η επιμονή του να λέει παράξενες ιστορίες για το παρελθόν του εκνευρίζει τον ενήλικο πλέον γιο του, Γουίλ Μπλουμ (Will Bloom), ο οποίος μετά τον ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze reizen

... Gute Menschen reizen die Geduld, böse die Phantasie. ...

... Geräusche reizen mich oft sehr, selbst wenn sie die meisten anderen Menschen nicht zu stören scheinen. ...

... Es ist schlimmer, ein Weib zu reizen als einen bissigen Hund. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΕΚΝΕΥΡΙΖΩ
I irritate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εκνευρίζωεκνευρίζουμε, εκνευρίζομεεκνευρίζομαιεκνευριζόμαστε
εκνευρίζειςεκνευρίζετεεκνευρίζεσαιεκνευρίζεστε, εκνευριζόσαστε
εκνευρίζειεκνευρίζουν(ε)εκνευρίζεταιεκνευρίζονται
Imper
fekt
εκνεύριζαεκνευρίζαμεεκνευριζόμουν(α)εκνευριζόμαστε, εκνευριζόμασταν
εκνεύριζεςεκνευρίζατεεκνευριζόσουν(α)εκνευριζόσαστε, εκνευριζόσασταν
εκνεύριζεεκνεύριζαν, εκνευρίζαν(ε)εκνευριζόταν(ε)εκνευρίζονταν, εκνευριζόντανε, εκνευριζόντουσαν
Aoristεκνεύρισαεκνευρίσαμεεκνευρίστηκαεκνευριστήκαμε
εκνεύρισεςεκνευρίσατεεκνευρίστηκεςεκνευριστήκατε
εκνεύρισεεκνεύρισαν, εκνευρίσαν(ε)εκνευρίστηκεεκνευρίστηκαν, εκνευριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω εκνευρίσει
έχω εκνευρισμένο
έχουμε εκνευρίσει
έχουμε εκνευρισμένο
έχω εκνευριστεί
είμαι εκνευρισμένος, -η
έχουμε εκνευριστεί
είμαστε εκνευρισμένοι, -ες
έχεις εκνευρίσει
έχεις εκνευρισμένο
έχετε εκνευρίσει
έχετε εκνευρισμένο
έχεις εκνευριστεί
είσαι εκνευρισμένος, -η
έχετε εκνευριστεί
είστε εκνευρισμένοι, -ες
έχει εκνευρίσει
έχει εκνευρισμένο
έχουν εκνευρίσει
έχουν εκνευρισμένο
έχει εκνευριστεί
είναι εκνευρισμένος, -η, -ο
έχουν εκνευριστεί
είναι εκνευρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εκνευρίσει
είχα εκνευρισμένο
είχαμε εκνευρίσει
είχαμε εκνευρισμένο
είχα εκνευριστεί
ήμουν εκνευρισμένος, -η
είχαμε εκνευριστεί
ήμαστε εκνευρισμένοι, -ες
είχες εκνευρίσει
είχες εκνευρισμένο
είχατε εκνευρίσει
είχατε εκνευρισμένο
είχες εκνευριστεί
ήσουν εκνευρισμένος, -η
είχατε εκνευριστεί
ήσαστε εκνευρισμένοι, -ες
είχε εκνευρίσει
είχε εκνευρισμένο
είχαν εκνευρίσει
είχαν εκνευρισμένο
είχε εκνευριστεί
ήταν εκνευρισμένος, -η, -ο
είχαν εκνευριστεί
ήταν εκνευρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εκνευρίζωθα εκνευρίζουμε, θα εκνευρίζομεθα εκνευρίζομαιθα εκνευριζόμαστε
θα εκνευρίζειςθα εκνευρίζετεθα εκνευρίζεσαιθα εκνευρίζεστε, θα εκνευριζόσαστε
θα εκνευρίζειθα εκνευρίζουν(ε)θα εκνευρίζεταιθα εκνευρίζονται
Fut
ur
θα εκνευρίσωθα εκνευρίσουμε, θα εκνευρίζομεθα εκνευριστώθα εκνευριστούμε
θα εκνευρίσειςθα εκνευρίσετεθα εκνευριστείςθα εκνευριστείτε
θα εκνευρίσειθα εκνευρίσουν(ε)θα εκνευριστείθα εκνευριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εκνευρίσει
θα έχω εκνευρισμένο
θα έχουμε εκνευρίσει
θα έχουμε εκνευρισμένο
θα έχω εκνευριστεί
θα είμαι εκνευρισμένος, -η
θα έχουμε εκνευριστεί
θα είμαστε εκνευρισμένοι, -ες
θα έχεις εκνευρίσει
θα έχεις εκνευρισμένο
θα έχετε εκνευρίσει
θα έχετε εκνευρισμένο
θα έχεις εκνευριστεί
θα είσαι εκνευρισμένος, -η
θα έχετε εκνευριστεί
θα είστε εκνευρισμένοι, -ες
θα έχει εκνευρίσει
θα έχει εκνευρισμένο
θα έχουν εκνευρίσει
θα έχουν εκνευρισμένο
θα έχει εκνευριστεί
θα είναι εκνευρισμένος, -η, -ο
θα έχουν εκνευριστεί
θα είναι εκνευρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εκνευρίζωνα εκνευρίζουμε, να εκνευρίζομενα εκνευρίζομαινα εκνευριζόμαστε
να εκνευρίζειςνα εκνευρίζετενα εκνευρίζεσαινα εκνευρίζεστε, να εκνευριζόσαστε
να εκνευρίζεινα εκνευρίζουν(ε)να εκνευρίζεταινα εκνευρίζονται
Aoristνα εκνευρίσωνα εκνευρίσουμε, να εκνευρίσομενα εκνευριστώνα εκνευριστούμε
να εκνευρίσειςνα εκνευρίσετενα εκνευριστείςνα εκνευριστείτε
να εκνευρίσεινα εκνευρίσουν(ε)να εκνευριστείνα εκνευριστούν(ε)
Perfνα έχω εκνευρίσει
να έχω εκνευρισμένο
να έχουμε εκνευρίσει
να έχουμε εκνευρισμένο
να έχω εκνευριστεί
να είμαι εκνευρισμένος, -η
να έχουμε εκνευριστεί
να είμαστε εκνευρισμένοι, -ες
να έχεις εκνευρίσει
να έχεις εκνευρισμένο
να έχετε εκνευρίσει
να έχετε εκνευρισμένο
να έχεις εκνευριστεί
να είσαι εκνευρισμένος, -η
να έχετε εκνευριστεί
να είστε εκνευρισμένοι, -ες
να έχει εκνευρίσει
να έχει εκνευρισμένο
να έχουν εκνευρίσει
να έχουν εκνευρισμένο
να έχει εκνευριστεί
να είναι εκνευρισμένος, -η, -ο
να έχουν εκνευριστεί
να είναι εκνευρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεκνεύριζεεκνευρίζετεεκνευρίζεστε
Aoristεκνεύρισεεκνευρίστεεκνευρίσουεκνευριστείτε
Part
izip
Presεκνευρίζονταςεκνευριζόμενος
Perfέχοντας εκνευρίσει, έχοντας εκνευρισμένοεκνευρισμένος, -η, -οεκνευρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristεκνευρίσειεκνευριστεί





Person Wortform
Präsens ich nerve
du nervst
er, sie, es nervt
Präteritum ich nervte
Konjunktiv II ich nervte
Imperativ Singular nerve!
Plural nervt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
genervt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:nerven




Griechische Definition zu εκνευρίζω

εκνευρίζω [eknevrízo] -ομαι : 1.με τον τρόπο της συμπεριφοράς μου, φέρνω κπ. σε μια κατάσταση παροδικής νευρικής διέγερσης, νευρικότητας, τον κάνω να χάσει τη συνηθισμένη του ηρεμία ή την ψυχραιμία του· νευριάζω κπ.: Mας εκνεύρισε με την επιμονή του. Mη με εκνευρίζεις άλλο, γιατί θα φύγω. || H φλυαρία της με εκνευρίζει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εκνευρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15