εικάζω Verb  [ikazo, eikazw]

  Verb
(0)

Etymologie zu εικάζω

εικάζω εἰκάζω εἰκός εἴκω. Προέρχεται von "εἰκός", welches στα αρχαία ελληνικά σήμαινε όμοιος και ήταν μετοχή του αρχαιότερου ρήματος εἴκω (μοιάζω). Η ρίζα είναι κοινή με της λέξης "εικόνα"


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu εικάζω

εικάζω [ikázo] -εται Ρ αόρ. είκασα, απαρέμφ. εικάσει, παθ. μόνο στο γ' πρόσ. ενεστ. : (λόγ.) με βάση κάποια δεδομένα καταλήγω σε μια γνώμη (κρίση, συμπέρασμα, υπόθεση κτλ.) πιθανή αλλά όχι απόλυτα βεβαιωμένη· κάνω εικασία, υποθέτω, φαντάζομαι: Είναι πολύ νωρίς ακόμα και για να εικάσει κανείς τα αποτελέσματα. Aδυνατούμε βέβαια να καταλήξουμε σε οριστική άποψη για τις προθέσεις του, μπορούμε όμως να τις εικάσουμε. Εικάζεται ότι θα ψηφιστεί το νομοσχέδιο.

[λόγ. < αρχ. εἰκάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback