δυσκολεύω  Verb  [diskolevo, thiskolevo, dyskoleyw]

Ähnliche Bedeutung wie δυσκολεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze δυσκολεύω

... ότι οι ομάδες, που προηγούνται με ένα γκολ προς το τέλος του αγώνα, δυσκολεύονται να κρατήσουν το προβάδισμα. Η αλλαγή αυτού του κανόνα είχε αξιοσημείωτο ...

... αυτές τις συνθήκες μπορεί να εντοπίσει εύκολα κινούμενα αντικείμενα αλλά δυσκολεύεται να εντοπίσει στάσιμα.Μια ανάλυση της δύναμης του δαγκώματος των θηλαστικών ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erschweren

... Tom verbrachte große Teile des Tages damit, sich kleine Schikanen auszudenken, mit denen er seinem Nachbarn das Leben erschweren konnte. ...

... Falsch gesetzte oder fehlende Kommata können den Lesefluss erschweren oder die Bedeutung eines Satzes verfälschen. ...

... von der „Sorry!“-Karte, mit der ein Spieler einem seiner Gegner das Vorwärtskommen stark erschweren kann. Das moderne Kartendeck von Sorry! enthält 45 ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΥΣΚΟΛΕΥΩ
I hamper
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δυσκολεύωδυσκολεύουμε, δυσκολεύομεδυσκολεύομαιδυσκολευόμαστε
δυσκολεύειςδυσκολεύετεδυσκολεύεσαιδυσκολεύεστε, δυσκολευόσαστε
δυσκολεύειδυσκολεύουν(ε)δυσκολεύεταιδυσκολεύονται
Imper
fekt
δυσκόλευαδυσκολεύαμεδυσκολευόμουν(α)δυσκολευόμαστε, δυσκολευόμασταν
δυσκόλευεςδυσκολεύατεδυσκολευόσουν(α)δυσκολευόσαστε, δυσκολευόσασταν
δυσκόλευεδυσκόλευαν, δυσκολεύαν(ε)δυσκολευότανεδυσκολεύονταν, δυσκολευόντανε, δυσκολευόντουσαν
Aoristδυσκόλεψαδυσκολέψαμεδυσκολεύτηκαδυσκολευτήκαμε
δυσκόλεψεςδυσκολέψατεδυσκολεύτηκεςδυσκολευτήκατε
δυσκόλεψεδυσκόλεψαν, δυσκολέψαν(ε)δυσκολεύτηκεδυσκολεύτηκαν, δυσκολευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω δυσκολέψειέχουμε δυσκολέψειέχω δυσκολευτείέχουμε δυσκολευτεί
έχεις δυσκολέψειέχετε δυσκολέψειέχεις δυσκολευτείέχετε δυσκολευτεί
έχει δυσκολέψειέχουν δυσκολέψειέχει δυσκολευτείέχουν δυσκολευτεί
Plu
per
fect
είχα δυσκολέψειείχαμε δυσκολέψειείχα δυσκολευτείείχαμε δυσκολευτεί
είχες δυσκολέψειείχατε δυσκολέψειείχες δυσκολευτείείχατε δυσκολευτεί
είχε δυσκολέψειείχαν δυσκολέψειείχε δυσκολευτείείχαν δυσκολευτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δυσκολεύωθα δυσκολεύουμε, θα δυσκολεύομεθα δυσκολεύομαιθα δυσκολευόμαστε
θα δυσκολεύειςθα δυσκολεύετεθα δυσκολεύεσαιθα δυσκολεύεστε, θα δυσκολευόσαστε
θα δυσκολεύειθα δυσκολεύουν(ε)θα δυσκολεύεταιθα δυσκολεύονται
Fut
ur
θα δυσκολέψωθα δυσκολέψουμε, θα δυσκολέψομεθα δυσκολευτώθα δυσκολευτούμε
θα δυσκολέψειςθα δυσκολέψετεθα δυσκολευτείςθα δυσκολευτείτε
θα δυσκολέψειθα δυσκολέψουν(ε)θα δυσκολευτείθα δυσκολευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δυσκολέψειθα έχουμε δυσκολέψειθα έχω δυσκολευτείθα έχουμε δυσκολευτεί
θα έχεις δυσκολέψειθα έχετε δυσκολέψειθα έχεις δυσκολευτείθα έχετε δυσκολευτεί
θα έχει δυσκολέψειθα έχουν δυσκολέψειθα έχει δυσκολευτείθα έχουν δυσκολευτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δυσκολεύωνα δυσκολεύουμενα δυσκολεύομαινα δυσκολευόμαστε
να δυσκολεύειςνα δυσκολεύετενα δυσκολεύεσαινα δυσκολεύεστε, να δυσκολευόσαστε
να δυσκολεύεινα δυσκολεύουννα δυσκολεύεταινα δυσκολεύονται
Aoristνα δυσκολέψωνα δυσκολέψουμενα δυσκολευτώνα δυσκολευτούμε
να δυσκολέψειςνα δυσκολέψετενα δυσκολευτείςνα δυσκολευτείτε
να δυσκολέψεινα δυσκολέψουννα δυσκολευτείνα δυσκολευτούν(ε)
Perfνα έχω δυσκολέψεινα έχουμε δυσκολέψεινα έχω δυσκολευτείνα έχουμε δυσκολευτεί
να έχεις δυσκολέψεινα έχετε δυσκολέψεινα έχεις δυσκολευτείνα έχετε δυσκολευτεί
να έχει δυσκολέψεινα έχουν δυσκολέψεινα έχει δυσκολευτείνα έχουν δυσκολευτεί
Imper
ativ
Presδυσκόλευεδυσκολεύετεδυσκολεύεστε
Aoristδυσκόλεψεδυσκολέψτε, δυσκολεύτεδυσκολέψουδυσκολευτείτε
Part
izip
Presδυσκολεύοντας
Perfέχοντας δυσκολέψει
InfinAoristδυσκολέψειδυσκολευτεί




Griechische Definition zu δυσκολεύω

δυσκολεύω [δiskolévo] -ομαι : 1α. κάνω κτ. δύσκολο, δημιουργώ εμπόδια στην ομαλή εξέλιξη κάποιας δραστηριότητας. ANT διευκολύνω: H κακοκαιρία δυσκολεύει τις συγκοινωνίες. H έλλειψη προγραμματισμού δυσκολεύει την οικονομική ανάπτυξη. β. δημιουργώ σε κπ. δυσκολίες: Tον δυσκολεύουν τα μαθηματικά. Aν δε μου δώσεις τα στοιχεία που ζητώ, θα με δυσκολέψεις πολύ στη δουλειά μου. ANT διευκολύνω. || (παθ.) συναντώ δυσκολίες: Δυσκολεύεται στα μαθήματα / να περπατήσει χωρίς μπαστούνι. || γίνομαι δύσκολος: Δυσκόλεψαν τα μαθήματα. Δυσκόλεψε η κατάσταση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δυσκολεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15