δροσίζω  Verb  [drosizo, throsizo, drosizw]

Ähnliche Bedeutung wie δροσίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze δροσίζω

... κόσμο κάθε 24 ώρες. Κάθε πρωί το άλογο της Νοττ, που λέγεται Χριμφάξι, δροσίζει τη γη με τον αφρό που πέφτει από το χαλινάρι του. Το άλογο του Νταγκρ λέγεται ...

... το καταλαβαίνουμε αν ρίξουμε λίγο οινόπνευμα στα χέρια μας οπότε αυτά δροσίζονται ή πιο απλά από το ότι κρυώνουμε όταν είμαστε βρεγμένοι στο μπάνιο). ...

... ποικιλοθέρμων μπορεί να ζεσταίνονται από την ηλιακή ακτινοβολία ή να δροσίζονται με την εξάτμιση. Το χαρακτηριστικό αυτό φαινόμενο που παρατηρείται στα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze abkühlen

... Den Teig mit Klarsichtfolie einhüllen und 15 bis 30 Minuten abkühlen lassen. ...

... Von der Hitze entfernen, die Butter dazugeben und abkühlen lassen. ...

... Im vorgeheizten Ofen backen, bis ein Schälmesser einfach in der Mitte einer Kartoffel hineingeht, ca. 1 Stunde. Ablegen und ca. 10 Minuten abkühlen lassen. ...

Quelle: Lebensfreude, Lebensfreude, Lebensfreude

Grammatik


ΔΡΟΣΙΖΩ
I cool
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δροσίζωδροσίζουμε, δροσίζομεδροσίζομαιδροσιζόμαστε
δροσίζειςδροσίζετεδροσίζεσαιδροσίζεστε, δροσιζόσαστε
δροσίζειδροσίζουν(ε)δροσίζεταιδροσίζονται
Imper
fekt
δρόσιζαδροσίζαμεδροσιζόμουν(α)δροσιζόμαστε, δροσιζόμασταν
δρόσιζεςδροσίζατεδροσιζόσουν(α)δροσιζόσαστε, δροσιζόσασταν
δρόσιζεδρόσιζαν, δροσίζαν(ε)δροσιζόταν(ε)δροσίζονταν, δροσιζόντανε, δροσιζόντουσαν
Aoristδρόσισαδροσίσαμεδροσίστηκαδροσιστήκαμε
δρόσισεςδροσίσατεδροσίστηκεςδροσιστήκατε
δρόσισεδρόσισαν, δροσίσαν(ε)δροσίστηκεδροσίστηκαν, δροσιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω δροσίσει
έχω δροσισμένο
έχουμε δροσίσει
έχουμε δροσισμένο
έχω δροσιστεί
είμαι δροσισμένος, -η
έχουμε δροσιστεί
είμαστε δροσισμένοι, -ες
έχεις δροσίσει
έχεις δροσισμένο
έχετε δροσίσει
έχετε δροσισμένο
έχεις δροσιστεί
είσαι δροσισμένος, -η
έχετε δροσιστεί
είστε δροσισμένοι, -ες
έχει δροσίσει
έχει δροσισμένο
έχουν δροσίσει
έχουν δροσισμένο
έχει δροσιστεί
είναι δροσισμένος, -η, -ο
έχουν δροσιστεί
είναι δροσισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δροσίσει
είχα δροσισμένο
είχαμε δροσίσει
είχαμε δροσισμένο
είχα δροσιστεί
ήμουν δροσισμένος, -η
είχαμε δροσιστεί
ήμαστε δροσισμένοι, -ες
είχες δροσίσει
είχες δροσισμένο
είχατε δροσίσει
είχατε δροσισμένο
είχες δροσιστεί
ήσουν δροσισμένος, -η
είχατε δροσιστεί
ήσαστε δροσισμένοι, -ες
είχε δροσίσει
είχε δροσισμένο
είχαν δροσίσει
είχαν δροσισμένο
είχε δροσιστεί
ήταν δροσισμένος, -η, -ο
είχαν δροσιστεί
ήταν δροσισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δροσίζωθα δροσίζουμε, θα δροσίζομεθα δροσίζομαιθα δροσιζόμαστε
θα δροσίζειςθα δροσίζετεθα δροσίζεσαιθα δροσίζεστε, θα δροσιζόσαστε
θα δροσίζειθα δροσίζουν(ε)θα δροσίζεταιθα δροσίζονται
Fut
ur
θα δροσίσωθα δροσίσουμε, θα δροσίζομεθα δροσιστώθα δροσιστούμε
θα δροσίσειςθα δροσίσετεθα δροσιστείςθα δροσιστείτε
θα δροσίσειθα δροσίσουν(ε)θα δροσιστείθα δροσιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δροσίσει
θα έχω δροσισμένο
θα έχουμε δροσίσει
θα έχουμε δροσισμένο
θα έχω δροσιστεί
θα είμαι δροσισμένος, -η
θα έχουμε δροσιστεί
θα είμαστε δροσισμένοι, -ες
θα έχεις δροσίσει
θα έχεις δροσισμένο
θα έχετε δροσίσει
θα έχετε δροσισμένο
θα έχεις δροσιστεί
θα είσαι δροσισμένος, -η
θα έχετε δροσιστεί
θα είστε δροσισμένοι, -ες
θα έχει δροσίσει
θα έχει δροσισμένο
θα έχουν δροσίσει
θα έχουν δροσισμένο
θα έχει δροσιστεί
θα είναι δροσισμένος, -η, -ο
θα έχουν δροσιστεί
θα είναι δροσισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δροσίζωνα δροσίζουμε, να δροσίζομενα δροσίζομαινα δροσιζόμαστε
να δροσίζειςνα δροσίζετενα δροσίζεσαινα δροσίζεστε, να δροσιζόσαστε
να δροσίζεινα δροσίζουν(ε)να δροσίζεταινα δροσίζονται
Aoristνα δροσίσωνα δροσίσουμε, να δροσίσομενα δροσιστώνα δροσιστούμε
να δροσίσειςνα δροσίσετενα δροσιστείςνα δροσιστείτε
να δροσίσεινα δροσίσουν(ε)να δροσιστείνα δροσιστούν(ε)
Perfνα έχω δροσίσει
να έχω δροσισμένο
να έχουμε δροσίσει
να έχουμε δροσισμένο
να έχω δροσιστεί
να είμαι δροσισμένος, -η
να έχουμε δροσιστεί
να είμαστε δροσισμένοι, -ες
να έχεις δροσίσει
να έχεις δροσισμένο
να έχετε δροσίσει
να έχετε δροσισμένο
να έχεις δροσιστεί
να είσαι δροσισμένος, -η
να έχετε δροσιστεί
να είστε δροσισμένοι, -ες
να έχει δροσίσει
να έχει δροσισμένο
να έχουν δροσίσει
να έχουν δροσισμένο
να έχει δροσιστεί
να είναι δροσισμένος, -η, -ο
να έχουν δροσιστεί
να είναι δροσισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδρόσιζεδροσίζετεδροσίζεστε
Aoristδρόσισεδροσίστεδροσίσουδροσιστείτε
Part
izip
Presδροσίζονταςδροσιζόμενος
Perfέχοντας δροσίσει, έχοντας δροσισμένοδροσισμένος, -η, -οδροσισμένοι, -ες, -α
InfinAoristδροσίσειδροσιστεί








Griechische Definition zu δροσίζω

δροσίζω [δrosízo] -ομαι : 1. κάνω κτ. δροσερό, ώστε να προκαλεί ένα ευχάριστο αίσθημα: H πήλινη κανάτα δροσίζει το νερό. || για κτ. που γίνεται δροσερό: Δρόσισε (ο καιρός). Άνοιξα το παράθυρο για να δροσίσει το δωμάτιο. Bάλε το νερό στο ψυγείο για να δροσίσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δροσίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15