διστάζω  Verb  [distazo, thistazo, distazw]


Beispielsätze διστάζω

... από το γιο του Ύλλο να ανάψει την πυρά για να τον κάψει, αλλά εκείνος δίσταζε. Από τους παρευρισκόμενους μόνο ο Φιλοκτήτης πήρε την πρωτοβουλία κι έτσι ...

... περιηγητικά έργα του Γάλλου προξένου Φρανσουά Πουκεβίλ, με τον οποίο δεν διστάζει να διαφωνήσει σε κάποια σημεία. Η Ιστορία της Πόλεως των Πατρών διακρίνεται ...

... πόλεμο. Ο Μπαρνς και οι άντρες του είναι σκληροί πολεμιστές, αλλά δε διστάζουν να εκτελέσουν εν ψυχρώ μέχρι και ανυπεράσπιστους Βιετναμέζους, αν πιστεύουν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zögern

... Journalisten zögern nicht, in das Privatleben von Menschen einzudringen. ...

... In der Regel zögern Journalisten nicht, in die Privatsphäre anderer Menschen einzudringen. ...

... Dann zögern Sie nicht. ...

Quelle: xtofu80, xtofu80, MUIRIEL

Grammatik


ΔΙΣΤΑΖΩ
I hesitate
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διστάζωδιστάζουμε, διστάζομε
διστάζειςδιστάζετε
διστάζειδιστάζουν(ε)
Imper
fekt
δίσταζαδιστάζαμε
δίσταζεςδιστάζατε
δίσταζεδίσταζαν, διστάζαν(ε)
Aoristδίστασαδιστάσαμε
δίστασεςδιστάσατε
δίστασεδίστασαν, διστάσαν(ε)
Per
fect
έχω διστάσειέχουμε διστάσει
έχεις διστάσειέχετε διστάσει
έχει διστάσειέχουν διστάσει
Plu
per
fect
είχα διστάσειείχαμε διστάσει
είχες διστάσειείχατε διστάσει
είχε διστάσειείχαν διστάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διστάζωθα διστάζουμε, θα διστάζομε
θα διστάζειςθα διστάζετε
θα διστάζειθα διστάζουν(ε)
Fut
ur
θα διστάσωθα διστάσουμε, θα διστάζομε
θα διστάσειςθα διστάσετε
θα διστάσειθα διστάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διστάσειθα έχουμε διστάσει
θα έχεις διστάσειθα έχετε διστάσει
θα έχει διστάσειθα έχουν διστάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διστάζωνα διστάζουμε, να διστάζομε
να διστάζειςνα διστάζετε
να διστάζεινα διστάζουν(ε)
Aoristνα διστάσωνα διστάσουμε, να διστάσομε
να διστάσειςνα διστάσετε
να διστάσεινα διστάσουν(ε)
Perfνα έχω διστάσεινα έχουμε διστάσει
να έχεις διστάσεινα έχετε διστάσει
να έχει διστάσεινα έχουν διστάσει
Imper
ativ
Presδίσταζεδιστάζετε
Aoristδίστασεδιστάστε
Part
izip
Presδιστάζοντας
Perfέχοντας διστάσει
InfinAoristδιστάσει






Griechische Definition zu διστάζω

διστάζω [δistázo] .1α : δεν μπορώ να καταλήξω σε μια οριστική απόφαση, δεν είμαι βέβαιος αν κτ. που θα πω ή θα κάνω είναι σκόπιμο, επιθυμητό ή ηθικά σωστό: διστάζω να υιοθετήσω τις απόψεις του. Δίστασε την τελευταία στιγμή να μιλήσει / να φύγει. Πες μου τι θέλεις, και μη διστάζεις. Δε διστάζει να συκοφαντήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους.

[λόγ. < αρχ. διστάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διστάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15