δικάζω  Verb  [dikazo, thikazo, dikazw]

Ähnliche Bedeutung wie δικάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze δικάζω

... Τα Ποινικά Δικαστήρια είναι τα δικαστήρια εκείνα τα οποία δικάζουν εγκλήματα (ποινικά αδικήματα) επιβάλλοντας στους δράστες τους τις προβλεπόμενες από ...

... εξαιτίας των υποθέσεων που δίκαζε. Μέλη του Αρείου Πάγου ήταν οι απερχόμενοι "εννέα άρχοντες " της αθηναϊκής πολιτείας. Δίκαζε υποθέσεις φόνων ή τραυμάτων ...

... ετών. Στα κακουργήματα η φυλάκιση ονομάζεται κάθειρξη. Τα κακουργήματα δικάζονται από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ή από το Τριμελές Εφετείο. Το Μικτό Ορκωτό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze richten

... Es wäre schön, wenn sie sich die Zähne richten ließe. ...

... Bitte richten Sie Ihrer Schwester mein inniges Verlangen nach einem Wiedersehen aus. ...

... Ich hab mich entschieden, meine schiefen Zähne richten zu lassen. ...

Quelle: Sudajaengi, Sudajaengi, chiyochan

Grammatik


ΔΙΚΑΖΩ
I judge
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δικάζωδικάζουμε, δικάζομεδικάζομαιδικαζόμαστε
δικάζειςδικάζετεδικάζεσαιδικάζεστε, δικαζόσαστε
δικάζειδικάζουν(ε)δικάζεταιδικάζονται
Imper
fekt
δίκαζαδικάζαμεδικαζόμουν(α)δικαζόμαστε, δικαζόμασταν
δίκαζεςδικάζατεδικαζόσουν(α)δικαζόσαστε, δικαζόσασταν
δίκαζεδίκαζαν, δικάζαν(ε)δικαζόταν(ε)δικάζονταν, δικαζόντανε, δικαζόντουσαν
Aoristδίκασαδικάσαμεδικάστηκαδικαστήκαμε
δίκασεςδικάσατεδικάστηκεςδικαστήκατε
δίκασεδίκασαν, δικάσαν(ε)δικάστηκεδικάστηκαν, δικαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω δικάσει
έχω δικασμένο
έχουμε δικάσει
έχουμε δικασμένο
έχω δικαστεί
είμαι δικασμένος, -η
έχουμε δικαστεί
είμαστε δικασμένοι, -ες
έχεις δικάσει
έχεις δικασμένο
έχετε δικάσει
έχετε δικασμένο
έχεις δικαστεί
είσαι δικασμένος, -η
έχετε δικαστεί
είστε δικασμένοι, -ες
έχει δικάσει
έχει δικασμένο
έχουν δικάσει
έχουν δικασμένο
έχει δικαστεί
είναι δικασμένος, -η, -ο
έχουν δικαστεί
είναι δικασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δικάσει
είχα δικασμένο
είχαμε δικάσει
είχαμε δικασμένο
είχα δικαστεί
ήμουν δικασμένος, -η
είχαμε δικαστεί
ήμαστε δικασμένοι, -ες
είχες δικάσει
είχες δικασμένο
είχατε δικάσει
είχατε δικασμένο
είχες δικαστεί
ήσουν δικασμένος, -η
είχατε δικαστεί
ήσαστε δικασμένοι, -ες
είχε δικάσει
είχε δικασμένο
είχαν δικάσει
είχαν δικασμένο
είχε δικαστεί
ήταν δικασμένος, -η, -ο
είχαν δικαστεί
ήταν δικασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δικάζωθα δικάζουμε, θα δικάζομεθα δικάζομαιθα δικαζόμαστε
θα δικάζειςθα δικάζετεθα δικάζεσαιθα δικάζεστε, θα δικαζόσαστε
θα δικάζειθα δικάζουν(ε)θα δικάζεταιθα δικάζονται
Fut
ur
θα δικάσωθα δικάσουμε, θα δικάσομεθα δικαστώθα δικαστούμε
θα δικάσειςθα δικάσετεθα δικαστείςθα δικαστείτε
θα δικάσειθα δικάσουν(ε)θα δικαστείθα δικαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δικάσει
θα έχω δικασμένο
θα έχουμε δικάσει
θα έχουμε δικασμένο
θα έχω δικαστεί
θα είμαι δικασμένος, -η
θα έχουμε δικαστεί
θα είμαστε δικασμένοι, -ες
θα έχεις δικάσει
θα έχεις δικασμένο
θα έχετε δικάσει
θα έχετε δικασμένο
θα έχεις δικαστεί
θα είσαι δικασμένος, -η
θα έχετε δικαστεί
θα είστε δικασμένοι, -ες
θα έχει δικάσει
θα έχει δικασμένο
θα έχουν δικάσει
θα έχουν δικασμένο
θα έχει δικαστεί
θα είναι δικασμένος, -η, -ο
θα έχουν δικαστεί
θα είναι δικασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δικάζωνα δικάζουμε, να δικάζομενα δικάζομαινα δικαζόμαστε
να δικάζειςνα δικάζετενα δικάζεσαινα δικάζεστε, να δικαζόσαστε
να δικάζεινα δικάζουν(ε)να δικάζεταινα δικάζονται
Aoristνα δικάσωνα δικάσουμε, να δικάσομενα δικαστώνα δικαστούμε
να δικάσειςνα δικάσετενα δικαστείςνα δικαστείτε
να δικάσεινα δικάσουννα δικαστείνα δικαστούν(ε)
Perfνα έχω δικάσει
να έχω δικασμένο
να έχουμε δικάσει
να έχουμε δικασμένο
να έχω δικαστεί
να είμαι δικασμένος, -η
να έχουμε δικαστεί
να είμαστε δικασμένοι, -ες
να έχεις δικάσει
να έχεις δικασμένο
να έχετε δικάσει
να έχετε δικασμένο
να έχεις δικαστεί
να είσαι δικασμένος, -η
να έχετε δικαστεί
να είστε δικασμένοι, -ες
να έχει δικάσει
να έχει δικασμένο
να έχουν δικάσει
να έχουν δικασμένο
να έχει δικαστεί
να είναι δικασμένος, -η, -ο
να έχουν δικαστεί
να είναι δικασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδίκαζεδικάζετεδικάζεστε
Aoristδίκασεδικάστεδικάσουδικαστείτε
Part
izip
Presδικάζονταςδικαζόμενος
Perfέχοντας δικάσει, έχοντας δικασμένοδικασμένος, -η, -οδικασμένοι, -ες, -α
InfinAoristδικάσειδικαστεί






Griechische Definition zu δικάζω

δικάζω [δikázo] -ομαι : 1α. κρίνω κπ. ή κτ. ως δικαστής, αποφασίζω για την ενοχή ή για την αθωότητα κάποιου, για το δίκαιο ή όχι μιας απαίτησης: Aύριο δικάζεται ο κατηγορούμενος για ληστεία. H υπόθεση θα δικαστεί αύριο, θα συζητηθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Ποιοι δικαστές θα δικάσουν την υπόθεση / θα τον δικάσουν; Οι δικαστές πρέπει να δικάζουν αμερόληπτα. β. καταδικάζω: Δικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δικάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15