διευρύνω  Verb  [dievrino, thievrino, dieyrynw]

Ähnliche Bedeutung wie διευρύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διευρύνω

... πλέον τη γλώσσα και προσπαθεί να δοκιμαστεί σε συνθετότερες μορφές, να διευρύνει τον κύκλο των εμπνεύσεών του και να εγκαταλείψει την ευκολία του αυτοσχεδιασμού ...

... δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που αυτός άρχισε και ο Περικλής συνέχισε και διεύρυνε, πρακτικά εξελίχθηκε σε απόλυτο κυρίαρχο της πολιτικής ζωής της Αθήνας ...

... της Β. Εάν στη συνέχεια επιτευχθεί ένα γκολ από: την ομάδα Α, τότε η Α διευρύνει το προβάδισμά της. (για επόμενο γκολ βλ. Σενάριο Α1) την ομάδα Β και η ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze weiten

... Sie trug einen langen, weiten Mantel. ...

... Seine Forschung umfasst einen weiten Bereich. ...

... Das Gesetz ist ein Netz mit Maschen, engen und weiten; durch die weiten schlüpfen die Gescheiten, in den engen bleiben die Dummen hängen. ...

Quelle: MUIRIEL, xtofu80, Manfredo

Grammatik


ΔΙΕΥΡΥΝΩ
I widen
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διευρύνωδιευρύνουμε, διευρύνομεδιευρύνομαιδιευρυνόμαστε
διευρύνειςδιευρύνετεδιευρύνεσαιδιευρύνεστε, διευρυνόσαστε
διευρύνειδιευρύνουν(ε)διευρύνεταιδιευρύνονται
Imper
fekt
διεύρυναδιευρύναμεδιευρυνόμουν(α)διευρυνόμαστε, διευρυνόμασταν
διεύρυνεςδιευρύνατεδιευρυνόσουν(α)διευρυνόσαστε, διευρυνόσασταν
διεύρυνεδιεύρυναν, διευρύναν(ε)διευρυνόταν(ε)διευρύνονταν, διευρυνόντανε, διευρυνόντουσαν
Aoristδιεύρυναδιευρύναμεδιευρύνθηκαδιευρυνθήκαμε
διεύρυνεςδιευρύνατεδιευρύνθηκεςδιευρυνθήκατε
διεύρυνεδιεύρυναν, διευρύναν(ε)διευρύνθηκεδιευρύνθηκαν, διευρυνθήκαν(ε)
Per
fect
έχω διευρύνει
έχω διευρυμένο
έχουμε διευρύνει
έχουμε διευρυμένο
έχω διευρυνθεί
είμαι διευρυμένος, -η
έχουμε διευρυνθεί
είμαστε διευρυμένοι, -ες
έχεις διευρύνει
έχεις διευρυμένο
έχετε διευρύνει
έχετε διευρυμένο
έχεις διευρυνθεί
είσαι διευρυμένος, -η
έχετε διευρυνθεί
είστε διευρυμένοι, -ες
έχει διευρύνει
έχει διευρυμένο
έχουν διευρύνει
έχουν διευρυμένο
έχει διευρυνθεί
είναι διευρυμένος, -η, -ο
έχουν διευρυνθεί
είναι διευρυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διευρύνει
είχα διευρυμένο
είχαμε διευρύνει
είχαμε διευρυμένο
είχα διευρυνθεί
ήμουν διευρυμένος, -η
είχαμε διευρυνθεί
ήμαστε διευρυμένοι, -ες
είχες διευρύνει
είχες διευρυμένο
είχατε διευρύνει
είχατε διευρυμένο
είχες διευρυνθεί
ήσουν διευρυμένος, -η
είχατε διευρυνθεί
ήσαστε διευρυμένοι, -ες
είχε διευρύνει
είχε διευρυμένο
είχαν διευρύνει
είχαν διευρυμένο
είχε διευρυνθεί
ήταν διευρυμένος, -η, -ο
είχαν διευρυνθεί
ήταν διευρυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διευρύνωθα διευρύνουμε, θα διευρύνομεθα διευρύνομαιθα διευρυνόμαστε
θα διευρύνειςθα διευρύνετεθα διευρύνεσαιθα διευρύνεστε, θα διευρυνόσαστε
θα διευρύνειθα διευρύνουν(ε)θα διευρύνεταιθα διευρύνονται
Fut
ur
θα διευρύνωθα διευρύνουμε, θα διευρύνομεθα διευρυνθώθα διευρυνθούμε
θα διευρύνειςθα διευρύνετεθα διευρυνθείςθα διευρυνθείτε
θα διευρύνειθα διευρύνουν(ε)θα διευρυνθείθα διευρυνθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διευρύνει
θα έχω διευρυμένο
θα έχουμε διευρύνει
θα έχουμε διευρυμένο
θα έχω διευρυνθεί
θα είμαι διευρυμένος, -η
θα έχουμε διευρυνθεί
θα είμαστε διευρυμένοι, -ες
θα έχεις διευρύνει
θα έχεις διευρυμένο
θα έχετε διευρύνει
θα έχετε διευρυμένο
θα έχεις διευρυνθεί
θα είσαι διευρυμένος, -η
θα έχετε διευρυνθεί
θα είστε διευρυμένοι, -ες
θα έχει διευρύνει
θα έχει διευρυμένο
θα έχουν διευρύνει
θα έχουν διευρυμένο
θα έχει διευρυνθεί
θα είναι διευρυμένος, -η, -ο
θα έχουν διευρυνθεί
θα είναι διευρυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διευρύνωνα διευρύνουμε, να διευρύνομενα διευρύνομαινα διευρυνόμαστε
να διευρύνειςνα διευρύνετενα διευρύνεσαινα διευρύνεστε, να διευρυνόσαστε
να διευρύνεινα διευρύνουν(ε)να διευρύνεταινα διευρύνονται
Aoristνα διευρύνωνα διευρύνουμε, να διευρύνομενα διευρυνθώνα διευρυνθούμε
να διευρύνειςνα διευρύνετενα διευρυνθείςνα διευρυνθείτε
να διευρύνεινα διευρύνουν(ε)να διευρυνθείνα διευρυνθούν(ε)
Perfνα έχω διευρύνει
να έχω διευρυμένο
να έχουμε διευρύνει
να έχουμε διευρυμένο
να έχω διευρυνθεί
να είμαι διευρυμένος, -η
να έχουμε διευρυνθεί
να είμαστε διευρυμένοι, -ες
να έχεις διευρύνει
να έχεις διευρυμένο
να έχετε διευρύνει
να έχετε διευρυμένο
να έχεις διευρυνθεί
να είσαι διευρυμένος, -η
να έχετε διευρυνθεί
να είστε διευρυμένοι, -ες
να έχει διευρύνει
να έχει διευρυμένο
να έχουν διευρύνει
να έχουν διευρυμένο
να έχει διευρυνθεί
να είναι διευρυμένος, -η, -ο
να έχουν διευρυνθεί
να είναι διευρυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιεύρυνεδιευρύνετεδιευρύνεστε
Aoristδιεύρυνεδιευρύνετεδιευρύνσουδιευρυνθείτε
Part
izip
Presδιευρύνοντας
Perfέχοντας διευρύνει, έχοντας διευρυμένοδιευρυμένος, -η, -οδιευρυμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιευρύνειδιευρυνθεί








Griechische Definition zu διευρύνω

διευρύνω [δievríno] -ομαι : κάνω κτ. ευρύ ή ευρύτερο. 1. (λόγ.) διαπλατύνω. || (επιστ.): Διευρύνονται οι αρτηρίες / τα αγγεία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διευρύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15