διαφημίζω  Verb  [diafimizo, thiafimizo, diafhmizw]

Ähnliche Bedeutung wie διαφημίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διαφημίζω

... Ο δίσκος που διαφημίζετε είναι ο δεύτερος δίσκος του συγκροτήματος Ημισκούμπρια που κυκλοφόρησε στις 13 Μαΐου 1997 από την FM Records. Μετά τον χρυσό ...

... Συναγωγής όλων των Εθνών) διαφημίζει ένα «νερό επάλειψης» που προάγει τη θεραπεία από το Θεό, αν και η οργάνωση αρνείται ότι διαφημίζει τη διακοπή της θεραπείας ...

... εκδότης, που έχει γίνει ευρέως γνωστός από τηλεοπτικές εκπομπές στις οποίες διαφημίζει βιβλία του εκδοτικού του οίκου. Ο Λιακόπουλος σε κάποια έργα του συνθέτει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze werben

... Die Kneipe war dem Ansturm nicht gewachsen. Vielleicht hätte man doch nicht mit "Freibier für alle" werben sollen. ...

... Viele Unternehmen werben im Fernsehen für ihre Produkte. ...

... Er hat klar zum Ausdruck gebracht, dass er um Sie werben will. ...

Quelle: PeterR, Juri, Esperantostern

Grammatik


ΔΙΑΦΗΜΙΖΩ
I advertise
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαφημίζωδιαφημίζουμε, διαφημίζομεδιαφημίζομαιδιαφημιζόμαστε
διαφημίζειςδιαφημίζετεδιαφημίζεσαιδιαφημίζεστε, διαφημιζόσαστε
διαφημίζειδιαφημίζουν(ε)διαφημίζεταιδιαφημίζονται
Imper
fekt
διαφήμιζαδιαφημίζαμεδιαφημιζόμουν(α)διαφημιζόμαστε, διαφημιζόμασταν
διαφήμιζεςδιαφημίζατεδιαφημιζόσουν(α)διαφημιζόσαστε, διαφημιζόσασταν
διαφήμιζεδιαφήμιζαν, διαφημίζαν(ε)διαφημιζόταν(ε)διαφημίζονταν, διαφημιζόντανε, διαφημιζόντουσαν
Aoristδιαφήμισαδιαφημίσαμεδιαφημίστηκαδιαφημιστήκαμε
διαφήμισεςδιαφημίσατεδιαφημίστηκεςδιαφημιστήκατε
διαφήμισεδιαφήμισαν, διαφημίσαν(ε)διαφημίστηκεδιαφημίστηκαν, διαφημιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω διαφημίσει
έχω διαφημισμένο
έχουμε διαφημίσει
έχουμε διαφημισμένο
έχω διαφημιστεί
είμαι διαφημισμένος, -η
έχουμε διαφημιστεί
είμαστε διαφημισμένοι, -ες
έχεις διαφημίσει
έχεις διαφημισμένο
έχετε διαφημίσει
έχετε διαφημισμένο
έχεις διαφημιστεί
είσαι διαφημισμένος, -η
έχετε διαφημιστεί
είστε διαφημισμένοι, -ες
έχει διαφημίσει
έχει διαφημισμένο
έχουν διαφημίσει
έχουν διαφημισμένο
έχει διαφημιστεί
είναι διαφημισμένος, -η, -ο
έχουν διαφημιστεί
είναι διαφημισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διαφημίσει
είχα διαφημισμένο
είχαμε διαφημίσει
είχαμε διαφημισμένο
είχα διαφημιστεί
ήμουν διαφημισμένος, -η
είχαμε διαφημιστεί
ήμαστε διαφημισμένοι, -ες
είχες διαφημίσει
είχες διαφημισμένο
είχατε διαφημίσει
είχατε διαφημισμένο
είχες διαφημιστεί
ήσουν διαφημισμένος, -η
είχατε διαφημιστεί
ήσαστε διαφημισμένοι, -ες
είχε διαφημίσει
είχε διαφημισμένο
είχαν διαφημίσει
είχαν διαφημισμένο
είχε διαφημιστεί
ήταν διαφημισμένος, -η, -ο
είχαν διαφημιστεί
ήταν διαφημισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαφημίζωθα διαφημίζουμε, θα διαφημίζομεθα διαφημίζομαιθα διαφημιζόμαστε
θα διαφημίζειςθα διαφημίζετεθα διαφημίζεσαιθα διαφημίζεστε, θα διαφημιζόσαστε
θα διαφημίζειθα διαφημίζουν(ε)θα διαφημίζεταιθα διαφημίζονται
Fut
ur
θα διαφημίσωθα διαφημίσουμε, θα διαφημίζομεθα διαφημιστώθα διαφημιστούμε
θα διαφημίσειςθα διαφημίσετεθα διαφημιστείςθα διαφημιστείτε
θα διαφημίσειθα διαφημίσουν(ε)θα διαφημιστείθα διαφημιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαφημίσει
θα έχω διαφημισμένο
θα έχουμε διαφημίσει
θα έχουμε διαφημισμένο
θα έχω διαφημιστεί
θα είμαι διαφημισμένος, -η
θα έχουμε διαφημιστεί
θα είμαστε διαφημισμένοι, -ες
θα έχεις διαφημίσει
θα έχεις διαφημισμένο
θα έχετε διαφημίσει
θα έχετε διαφημισμένο
θα έχεις διαφημιστεί
θα είσαι διαφημισμένος, -η
θα έχετε διαφημιστεί
θα είστε διαφημισμένοι, -ες
θα έχει διαφημίσει
θα έχει διαφημισμένο
θα έχουν διαφημίσει
θα έχουν διαφημισμένο
θα έχει διαφημιστεί
θα είναι διαφημισμένος, -η, -ο
θα έχουν διαφημιστεί
θα είναι διαφημισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαφημίζωνα διαφημίζουμε, να διαφημίζομενα διαφημίζομαινα διαφημιζόμαστε
να διαφημίζειςνα διαφημίζετενα διαφημίζεσαινα διαφημίζεστε, να διαφημιζόσαστε
να διαφημίζεινα διαφημίζουν(ε)να διαφημίζεταινα διαφημίζονται
Aoristνα διαφημίσωνα διαφημίσουμε, να διαφημίσομενα διαφημιστώνα διαφημιστούμε
να διαφημίσειςνα διαφημίσετενα διαφημιστείςνα διαφημιστείτε
να διαφημίσεινα διαφημίσουν(ε)να διαφημιστείνα διαφημιστούν(ε)
Perfνα έχω διαφημίσει
να έχω διαφημισμένο
να έχουμε διαφημίσει
να έχουμε διαφημισμένο
να έχω διαφημιστεί
να είμαι διαφημισμένος, -η
να έχουμε διαφημιστεί
να είμαστε διαφημισμένοι, -ες
να έχεις διαφημίσει
να έχεις διαφημισμένο
να έχετε διαφημίσει
να έχετε διαφημισμένο
να έχεις διαφημιστεί
να είσαι διαφημισμένος, -η
να έχετε διαφημιστεί
να είστε διαφημισμένοι, -ες
να έχει διαφημίσει
να έχει διαφημισμένο
να έχουν διαφημίσει
να έχουν διαφημισμένο
να έχει διαφημιστεί
να είναι διαφημισμένος, -η, -ο
να έχουν διαφημιστεί
να είναι διαφημισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιαφήμιζεδιαφημίζετεδιαφημίζεστε
Aoristδιαφήμισεδιαφημίστεδιαφημίσουδιαφημιστείτε
Part
izip
Presδιαφημίζονταςδιαφημιζόμενος
Perfέχοντας διαφημίσει, έχοντας διαφημισμένοδιαφημισμένος, -η, -οδιαφημισμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαφημίσειδιαφημιστεί



Person Wortform
Präsens ich werbe
du wirbst
er, sie, es wirbt
Präteritum ich warb
Konjunktiv II ich würbe
Imperativ Singular wirb!
Plural werbt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geworben haben
Alle weiteren Formen: Flexion:werben




Griechische Definition zu διαφημίζω

διαφημίζω [δiafimízo] -ομαι : 1. με τη βοήθεια των μέσων μαζικής επικοινωνίας κάνω γνωστή την ύπαρξη ενός οικονομικού αγαθού και προβάλλω τις ιδιότητες και τα πλεονεκτήματά του, με σκοπό την εμπορική του επιτυχία: Οι επιχειρήσεις δαπανούν μεγάλα ποσά, για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους. Στην τηλεόραση διαφημίζουν ένα καινούριο απορρυπαντικό / τα καταστήματα που έχουν προσφορές. Θεατρικό έργο που διαφημίστηκε πολύ, για το οποίο έγιναν πολύ καλές κριτικές. || (παθ.) διαφημίζω τα προϊόντα μου ή τις υπηρεσίες που προσφέρω: Οι εταιρείες αυτοκινήτων / τα τουριστικά γραφεία διαφημίζονται πολύ στις εφημερίδες και στα περιοδικά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαφημίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15