διατυπώνω  Verb  [diatipono, thiatipono, diatypwnw]

Ähnliche Bedeutung wie διατυπώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διατυπώνω

... έτσι εις τιμή της πόλης της Περγάμου. 260 π.Χ. - Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος διατυπώνει την θεωρία του, ότι ο ήλιος και οι αστέρες είναι ακίνητοι, και ότι η Γη ...

... της Δήλου με μεθόδους αναλυτικής γεωμετρίας. Διατυπώνει τα κανονικά πολύεδρα. 387 π.Χ. - Ο Πλάτων διατυπώνει την διαφορά μεταξύ λεπτόρρευστων και παχύρρευστων ...

... 532 π.Χ. - Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος διατυπώνει τους κύριους κανόνες των μαθηματικών. 532 π.Χ. - Ο Πυθαγόρας διατυπώνει την θεωρία, ότι η Γη είναι μια σφαίρα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausformulieren

... Abschnitt fehlen noch folgende wichtige Informationen: Eingangssatz bitte ausformulieren! Hilf der Wikipedia, indem du sie recherchierst und einfügst. ...

... svoren skriver (geschworener Schreiber) und bezeichnete ursprünglich einen Gerichtsschreiber, der Urteile ausformulieren und sie niederschreiben sollte. ...

... im Verkaufsgespräch, wenn unerwünschte Wirkungen durch geschicktes Ausformulieren zu einer positiven Meinung überführt werden. Eine aktuelle Schönfärberei ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΑΤΥΠΩΝΩ
I express
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διατυπώνωδιατυπώνουμε, διατυπώνομεδιατυπώνομαιδιατυπωνόμαστε
διατυπώνειςδιατυπώνετεδιατυπώνεσαιδιατυπώνεστε, διατυπωνόσαστε
διατυπώνειδιατυπώνουν(ε)διατυπώνεταιδιατυπώνονται
Imper
fekt
διατύπωναδιατυπώναμεδιατυπωνόμουν(α)διατυπωνόμαστε, διατυπωνόμασταν
διατύπωνεςδιατυπώνατεδιατυπωνόσουν(α)διατυπωνόσαστε, διατυπωνόσασταν
διατύπωνεδιατύπωναν, διατυπώναν(ε)διατυπωνόταν(ε)διατυπώνονταν, διατυπωνόντανε, διατυπωνόντουσαν
Aoristδιατύπωσαδιατυπώσαμεδιατυπώθηκαδιατυπωθήκαμε
διατύπωσεςδιατυπώσατεδιατυπώθηκεςδιατυπωθήκατε
διατύπωσεδιατύπωσαν, διατυπώσαν(ε)διατυπώθηκεδιατυπώθηκαν, διατυπωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω διατυπώσει
έχω διατυπωμένο
έχουμε διατυπώσει
έχουμε διατυπωμένο
έχω διατυπωθεί
είμαι διατυπωμένος, -η
έχουμε διατυπωθεί
είμαστε διατυπωμένοι, -ες
έχεις διατυπώσει
έχεις διατυπωμένο
έχετε διατυπώσει
έχετε διατυπωμένο
έχεις διατυπωθεί
είσαι διατυπωμένος, -η
έχετε διατυπωθεί
είστε διατυπωμένοι, -ες
έχει διατυπώσει
έχει διατυπωμένο
έχουν διατυπώσει
έχουν διατυπωμένο
έχει διατυπωθεί
είναι διατυπωμένος, -η, -ο
έχουν διατυπωθεί
είναι διατυπωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διατυπώσει
είχα διατυπωμένο
είχαμε διατυπώσει
είχαμε διατυπωμένο
είχα διατυπωθεί
ήμουν διατυπωμένος, -η
είχαμε διατυπωθεί
ήμαστε διατυπωμένοι, -ες
είχες διατυπώσει
είχες διατυπωμένο
είχατε διατυπώσει
είχατε διατυπωμένο
είχες διατυπωθεί
ήσουν διατυπωμένος, -η
είχατε διατυπωθεί
ήσαστε διατυπωμένοι, -ες
είχε διατυπώσει
είχε διατυπωμένο
είχαν διατυπώσει
είχαν διατυπωμένο
είχε διατυπωθεί
ήταν διατυπωμένος, -η, -ο
είχαν διατυπωθεί
ήταν διατυπωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διατυπώνωθα διατυπώνουμε, θα διατυπώνομεθα διατυπώνομαιθα διατυπωνόμαστε
θα διατυπώνειςθα διατυπώνετεθα διατυπώνεσαιθα διατυπώνεστε, θα διατυπωνόσαστε
θα διατυπώνειθα διατυπώνουν(ε)θα διατυπώνεταιθα διατυπώνονται
Fut
ur
θα διατυπώσωθα διατυπώσουμε, θα διατυπώσομεθα διατυπωθώθα διατυπωθούμε
θα διατυπώσειςθα διατυπώσετεθα διατυπωθείςθα διατυπωθείτε
θα διατυπώσειθα διατυπώσουνθα διατυπωθείθα διατυπωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διατυπώσει
θα έχω διατυπωμένο
θα έχουμε διατυπώσει
θα έχουμε διατυπωμένο
θα έχω διατυπωθεί
θα είμαι διατυπωμένος, -η
θα έχουμε διατυπωθεί
θα είμαστε διατυπωμένοι, -ες
θα έχεις διατυπώσει
θα έχεις διατυπωμένο
θα έχετε διατυπώσει
θα έχετε διατυπωμένο
θα έχεις διατυπωθεί
θα είσαι διατυπωμένος, -η
θα έχετε διατυπωθεί
θα είστε διατυπωμένοι, -ες
θα έχει διατυπώσει
θα έχει διατυπωμένο
θα έχουν διατυπώσει
θα έχουν διατυπωμένο
θα έχει διατυπωθεί
θα είναι διατυπωμένος, -η, -ο
θα έχουν διατυπωθεί
θα είναι διατυπωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διατυπώνωνα διατυπώνουμε, να διατυπώνομενα διατυπώνομαινα διατυπωνόμαστε
να διατυπώνειςνα διατυπώνετενα διατυπώνεσαινα διατυπώνεστε, να διατυπωνόσαστε
να διατυπώνεινα διατυπώνουν(ε)να διατυπώνεταινα διατυπώνονται
Aoristνα διατυπώσωνα διατυπώσουμε, να διατυπώσομενα διατυπωθώνα διατυπωθούμε
να διατυπώσειςνα διατυπώσετενα διατυπωθείςνα διατυπωθείτε
να διατυπώσεινα διατυπώσουν(ε)να διατυπωθείνα διατυπωθούν(ε)
Perfνα έχω διατυπώσει
να έχω διατυπωμένο
να έχουμε διατυπώσει
να έχουμε διατυπωμένο
να έχω διατυπωθεί
να είμαι διατυπωμένος, -η
να έχουμε διατυπωθεί
να είμαστε διατυπωμένοι, -ες
να έχεις διατυπώσει
να έχεις διατυπωμένο
να έχετε διατυπώσει
να έχετε διατυπωμένο
να έχεις διατυπωθεί
να είσαι διατυπωμένος, -η
να έχετε διατυπωθεί
να είστε διατυπωμένοι, -ες
να έχει διατυπώσει
να έχει διατυπωμένο
να έχουν διατυπώσει
να έχουν διατυπωμένο
να έχει διατυπωθεί
να είναι διατυπωμένος, -η, -ο
να έχουν διατυπωθεί
να είναι διατυπωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιατύπωνεδιατυπώνετεδιατυπώνεστε
Aoristδιατύπωσεδιατυπώστε, διατυπώσετεδιατυπώσουδιατυπωθείτε
Part
izip
Presδιατυπώνοντας
Perfέχοντας διατυπώσει, έχοντας διατυπωμένοδιατυπωμένος, -η, -οδιατυπωμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιατυπώσειδιατυπωθεί






Griechische Definition zu διατυπώνω

διατυπώνω [δiatipóno] -ομαι : εκφράζω κτ., σε γραπτό ή σε προφορικό λόγο, αποδίδοντας με μια συγκεκριμένη μορφή τις σκέψεις μου: Διατυπώνει τις σκέψεις του με σαφήνεια. Οι αντιρρήσεις του είναι διατυπωμένες με οξύτητα. Ενώ έχει πολλές γνώσεις, δυσκολεύεται να τις διατυπώσει. || Εγώ, αυτό που είπες, θα το διατυπώσω κάπως διαφορετικά, θα δώσω μια κάπως διαφορετική άποψη. Έτσι όπως διατυπώθηκε η συμφωνία, δε μας κατοχυρώνει, οι όροι που περιλαμβάνει, κυρίως όσον αφορά τις λεπτομέρειες. || κάνω γνωστή, δηλώνω μια άποψή μου: Διατύπωσε πολλές επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα του έργου. Διατυπώθηκαν παράπονα / κατηγορίες εναντίον του διευθυντή.

[λόγ. < αρχ. διατυπ(ῶ) -ώνω `εγχαράσσω΄ σημδ. γερμ. ausdrücken]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διατυπώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15