διατηρώ  Verb  [diatiro, thiatiro, diathrw]

Ähnliche Bedeutung wie διατηρώ


Beispielsätze διατηρώ

... την αθανασία της ψυχής. Ο ελευθεροτεκτονισμός στις διάφορες μορφές του διατηρεί σταθερές τις θεμελιώδεις αξίες του και την πίστη στο Υπέρτατο Όν. Η συντεχνία ...

... 400 π.Χ. ) καταγόταν από τη Μίλητο και ήταν διάσημη για το δεσμό που διατηρούσε με τον επιφανή Αθηναίο πολιτικό Περικλή. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά ...

... αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze pflegen

... Wenn du gewählt werden willst, wirst du dein Image pflegen müssen. ...

... Die Vereinigten Staaten pflegen enge Verbindungen zu Mexiko. ...

... Pflanzen beherrschen die Zeichensprache perfekt - insofern pflegen sie eine stille Sprache. ...

Quelle: MUIRIEL, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΔΙΑΤΗΡΩ
I conserve
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διατηρώδιατηρούμεδιατηρούμαιδιατηρούμαστε
διατηρείςδιατηρείτεδιατηρείσαιδιατηρείστε
διατηρείδιατηρούν(ε)διατηρείταιδιατηρούνται
Imper
fekt
διατηρούσαδιατηρούσαμεδιατηρούμουνδιατηρούμαστε
διατηρούσεςδιατηρούσατε
διατηρούσεδιατηρούσαν(ε)διατηρούνταν, διατηρείτοδιατηρούνταν, διατηρούντο
Aoristδιατήρησαδιατηρήσαμεδιατηρήθηκαδιατηρηθήκαμε
διατήρησεςδιατηρήσατεδιατηρήθηκεςδιατηρηθήκατε
διατήρησεδιατήρησαν, διατηρήσαν(ε)διατηρήθηκεδιατηρήθηκαν, διατηρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω διατηρήσει
έχω διατηρημένο
έχουμε διατηρήσει
έχουμε διατηρημένο
έχω διατηρηθεί
είμαι διατηρημένος, -η
έχουμε διατηρηθεί
είμαστε διατηρημένοι, -ες
έχεις διατηρήσει
έχεις διατηρημένο
έχετε διατηρήσει
έχετε διατηρημένο
έχεις διατηρηθεί
είσαι διατηρημένος, -η
έχετε διατηρηθεί
είστε διατηρημένοι, -ες
έχει διατηρήσει
έχει διατηρημένο
έχουν διατηρήσει
έχουν διατηρημένο
έχει διατηρηθεί
είναι διατηρημένος, -η, -ο
έχουν διατηρηθεί
είναι διατηρημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα διατηρήσει
είχα διατηρημένο
είχαμε διατηρήσει
είχαμε διατηρημένο
είχα διατηρηθεί
ήμουν διατηρημένος, -η
είχαμε διατηρηθεί
ήμαστε διατηρημένοι, -ες
είχες διατηρήσει
είχες διατηρημένο
είχατε διατηρήσει
είχατε διατηρημένο
είχες διατηρηθεί
ήσουν διατηρημένος, -η
είχατε διατηρηθεί
ήσαστε διατηρημένοι, -ες
είχε διατηρήσει
είχε διατηρημένο
είχαν διατηρήσει
είχαν διατηρημένο
είχε διατηρηθεί
ήταν διατηρημένος, -η, -ο
είχαν διατηρηθεί
ήταν διατηρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διατηρώθα διατηρούμεθα διατηρούμαιθα διατηρούμαστε
θα διατηρείςθα διατηρείτεθα διατηρείσαιθα διατηρείστε
θα διατηρείθα διατηρούν(ε)θα διατηρείταιθα διατηρούνται
Fut
ur
θα διατηρήσωθα διατηρήσουμεθα διατηρηθώθα διατηρηθούμε
θα διατηρήσειςθα διατηρήσετεθα διατηρηθείςθα διατηρηθείτε
θα διατηρήσειθα διατηρήσουν(ε)θα διατηρηθείθα διατηρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διατηρήσει
θα έχω διατηρημένο
θα έχουμε διατηρήσει
θα έχουμε διατηρημένο
θα έχω διατηρηθεί
θα είμαι διατηρημένος, -η
θα έχουμε διατηρηθεί
θα είμαστε διατηρημένοι, -ες
θα έχεις διατηρήσει
θα έχεις διατηρημένο
θα έχετε διατηρήσει
θα έχετε διατηρημένο
θα έχεις διατηρηθεί
θα είσαι διατηρημένος, -η
θα έχετε διατηρηθεί
θα είστε διατηρημένοι, -η
θα έχει διατηρήσει
θα έχει διατηρημένο
θα έχουν διατηρήσει
θα έχουν διατηρημένο
θα έχει διατηρηθεί
θα είναι διατηρημένος, -η, -ο
θα έχουν διατηρηθεί
θα είναι διατηρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διατηρώνα διατηρούμενα διατηρούμαινα διατηρούμαστε
να διατηρείςνα διατηρείτενα διατηρείσαινα διατηρείστε
να διατηρείνα διατηρούν(ε)να διατηρείταινα διατηρούνται
Aoristνα διατηρήσωνα διατηρήσουμε, να διατηρήσομενα διατηρηθώνα διατηρηθούμε
να διατηρήσειςνα διατηρήσετενα διατηρηθείςνα διατηρηθείτε
να διατηρήσεινα διατηρήσουν(ε)να διατηρηθείνα διατηρηθούν(ε)
Perfνα έχω διατηρήσει
να έχω διατηρημένο
να έχουμε διατηρήσει
να έχουμε διατηρημένο
να έχω διατηρηθεί
να είμαι διατηρημένος, -η
να έχουμε διατηρηθεί
να είμαστε διατηρημένοι, -ες
να έχεις διατηρήσει
να έχεις διατηρημένο
να έχετε διατηρήσει
να έχετε διατηρημένο
να έχεις διατηρηθεί
να είσαι διατηρημένος, -η
να έχετε διατηρηθεί
να είστε διατηρημένοι, -ες
να έχει διατηρήσει
να έχει διατηρημένο
να έχουν διατηρήσει
να έχουν διατηρημένο
να έχει διατηρηθεί
να είναι διατηρημένος, -η, -ο
να έχουν διατηρηθεί
να είναι διατηρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιατηρείτεδιατηρείστε
Aoristδιατήρησεδιατηρήστε, διατηρήσετεδιατηρήσουδιατηρηθείτε
Part
izip
Presδιατηρώντας
Perfέχοντας διατηρήσει, έχοντας διατηρημένοδιατηρημένος, -η, -οδιατηρημένοι, -ες, -α
InfinAoristδιατηρήσειδιατηρηθεί












Griechische Definition zu διατηρώ

διατηρώ [δiatiró] -ούμαι : 1α. κρατώ κτ. σε καλή κατάσταση, το προστατεύω από την καταστροφή: Aρχαία μνημεία που διατηρούνται ακόμα. Tα χρώματα στους τοίχους διατηρούνται ακόμη ζωηρά. Mε τη γυμναστική το σώμα διατηρεί την ελαστικότητά του. Tροφές που διατηρούν τον άνθρωπο νέο / υγιή. Διατηρεί κάποιος την ομορφιά του. || (ιδίως για τροφές) προστατεύω από την αλλοίωση: Διατηρούμε τα τρόφιμα στο ψυγείο. Διατηρημένες τροφές. || διατηρώ κπ. στη ζωή με τεχνητά μέσα. β. (παθ. για πρόσ.) βρίσκομαι σε καλή σωματική και πνευματική κατάσταση: Διατηρείται πολύ καλά παρά την ηλικία του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διατηρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15